Page images
PDF
EPUB

40

εχθρούς γέλοιον θαυμ'; αναγκαίω μόρη,
δεσμούς τε χαλκέοισιν, εξαντλεϊν πόνον,
ές τούθ' υπήρχε θεόδοτον σθένος τόδε
το σεμνότιμον, θηρος ου θητός λαχόν
αίσχιστον αξίωμα; τόνδ' οράτε με,
τον τους πολίτας των Φιλιστίνων απο
ελευθερώσονθ', ήδε γαρ Θεού φάτης:
δράτε τον σωτήρα, της σωτηρίας
αυτόν μάλ' υστερούντα, χων ποτ' εκράτει
δούλον, ταλαιπωρούντα συνδούλων μέτα,
τυφλόν τε, Γάζη κάτοχον· αλλ' ου τον Θεόν
έστιν παρόντων αιτιάσασθαι κακών,
ος πάντ' έμελλε θεσπίσας και δράν έμοί:
αυτός δ' εμαυτώ πημονας έφείλκυσα
σθένος γάρ ήν μοι τόδε παρηγγυημένον
το δ' ευ μάλ' ειδώς ούπερ ήν του σώματος,
το τεκβαλεϊν πρόχειρον, εκβέβλην όμως,
δείξας τα δώρα τάσφαλώς κεκρυμμένα,
κλαυθμών έκατι και γυναικείου στόνου.
φρενών κέκομμαι, σώμα δ' έρρωμαι μόνον.
τί δ' άν τις oύν όναιτο της ρώμης μόνον,
όγκω πελώρω περιπεσων ανωφελεί,

50

60

Of wisdom? vast, unwieldy, burdensome,
Proudly secure, yet liable to fall
By weakest subtleties, not made to rule,
But to subserve where wisdom bears command.
God, when he gave me strength, to shew withal
How slight the gift was, hung it in my hair.
But peace! I must not quarrel with the will
Of highest dispensation, which herein
Haply had ends above my reach to know.
Suffices that to me strength is my bane,
And proves the source of all my miseries;
So many and so huge, that each apart
Would ask a life to wail ; but chief of all,
O loss of sight! of thee I most complain!
Blind among enemies, O worse than chains,
Dungeon, or beggary, or decrepit age !
Light, the prime work of God, to me is extinct,
And all her various objects of delight
Annulled, which might in part my grief have eased,
Inferior to the vilest now become
Of man or worm; the vilest here excel me.

70 60

σοφίας γ' αμαρτων, ής έδει μάλ' εξόχου ;
εν ώπερ έδόκουν και μάλ' έστηριγμένος,
φαύλοισιν αισχρώς εσφάλην σοφίσμασι.
σθένος γαρ ούποτ' έν βροτοίς άρχειν έφυ,
υπηρετείν δε, των σοφών ηγουμένων
προς ταύθ' ο Δαίμων, και διδούς τοϊον γέρας,
τα δώρ' απηξίωσε μή τιμήν έχειν,
κόμαις ξυνάψας, αλλά μοι σιγάν πρέπει,
στέργειν τε κρυπτά του Θεού βουλεύματα,
του πάντα ταμιεύοντος αρκείτω τόδε:
σθένος τόδε ξύμπαντος αίτιον κακού,
του σφόδρ' υπερβάλλοντος, ώστε πημάτων
έκαστα μηδε διαβιούν κλαίοντά με
άλης δύνασθαι τούτο δ' έσθ' ο δύρομαι,
το μοι κάκιστον, η βλάβη των ομμάτων.
τυφλός παρ' εχθρούς, άρα μη δεσμών πλέω
πέπονθ' ασιτίας τε και γήρως τάδε;
τα παρά Θεού πρωτεία, την αυγήν λέγω,
όλωλ' εμού και έκατι, χών αν άλλοτε
σμικρών παρηγόρημα, ποικίλη χαρά,
πόνοις απηύρων, εκλέλοιπε πανταχού
κάγώ παρ' ερπέτ', ου γαρ ανθρώπους λέγω,
άδοξός είμ', α και χαμαιπετη βλέπει

[merged small][ocr errors]

80

They creep, yet see; I, dark in light, exposed
To daily fraud, contempt, abuse, and wrong,
Within doors, or without, still, as a fool,
In power of others, never in my own;
Scarce half I seem to live; dead more than half.
O dark, dark, dark, amid the blaze of noon,
Irrecoverably dark: total eclipse,
Without all hope of day!
O first created beam, and thou great word,
“Let there be light” and light was over all,
Why am I thus bereaved thy prime decree?
The sun to me is dark,
And silent as the moon,
When she deserts the night,
Hid in her vacant interlunar cave.
Since light so necessary is to life,
And almost life itself—if it be true
That light is in the soul,
She all in every part—why was the sight
To such a tender ball as the eye confined,
So obvious and so easy to be quenched,
And not, as feeling, through all parts diffused,
That she might look at will through every pore?
Then had I not been thus exiled from light,
As in the land of darkness, yet in light,

90

εμοί δ' άφεγγές φέγγος, ουδ' άρ' ύβρεως
ατιμίας τε και δόλων καθ' ημέραν,
οίκοι, θύραζε, μωρός ώς, αφίσταμαι,
ζών ώδ' επ' άλλοις, ημιθνής κάν τω βίω.
μεσσημερία λαμπάς, φεύ, φεύ,
πάντως εξέλιπ, εξέλιπελπίς:
φώς πρωτόγονον και πάνταρχον
το προκηρυχθέν θεόθεν, φρούδον
φρούδος δ' ήλιος, ως ότε δίας

90 όμμα σελήνης εξεδρον άστρων άντρoις αλαούς ώχετάφωνον,

περιτελλομένων μηνών επί καιρόν αμοιβής. αλλ' εί γε το ζήν τούτ' αναγκαίον τρέφει καντάξιον το φως, διηκούσης το πάν ψυχής κάτοικον, προς τί ταν προϋπτω τάδε λέλoγχε φώς, εύβλαπτον, οφθαλμών έδη; έδει γαρ, ει δή πάντοσαισθέσθαι πάρα, και του βλέποντος σώμα πανταχού βλέπειν. 10

ουχ ως τά γε νύν ανήρ όδ' έχει,
περικυκλoύσης αποκληρωθείς,
ως έν νεκρών δώμασιν, αυγής.

« ՆախորդըՇարունակել »