Page images
PDF
EPUB

970

ΣΑΜΨΩΝ. μή της τύχης σοι της έμής μελησάτω. πάλαι διχοστατούσιν ου πρέπει τόδε. οικεία μοι, πολλού γάρ αντ' επριάμην την γνώσιν, οία δικτύων αγρεύματα, οίους ποτήρας, οίον ως Σειρήν μέλος έμηχανήσω" ταύτα δ' ήν ειχέν ποτε δύναμιν απώλεσ', ώς δε κωφίας, καλά σα προς μαγεύματ' ώτ' έφραξάμην σοφώς. ει δήτ' έτ' ακμάζοντα πρωθήβω σθένει, πάντων πόθω φόβω τε τιμαλφούμενον, μόνη πολιτών τόνδε τον σαυτής πόσιν στυγείν απορρίψαι τε και πωλεϊν έτλης, πως αν με τυφλωθέντα χειρώσαιο νυν, δόλoισι ληπτών, κάπόρου βρέφους τρόπον γελωτοποιών και παραμελημένον ; ποίοισιν άν με σκώμμασίν τε και τέχναις τον πάγχυ δούλον, τον δάμαρτος ήσσονα, βάλους, όσή δράσαιμι, τους επιστάταις, ή και φράσας τύχοιμι, καταπρoδoύσαεί, γέλωτεγείρασ', ή ξυνωφρυωμένων χόλον; τα δεσμά τους γε σους δόμους πάρα

980 To thine, whose doors my feet shall never enter.

950

DALILA.
Let me approach at least, to touch thy hand.

SAMSON.
Not for thy life, lest fierce remembrance wake
My sudden rage to tear thee joint by joint.
At distance I forgive thee, go with that;
Bewail thy falsehood, and the pious works
It hath brought forth to make thee memorable,
Among illustrious women, faithful wives.
Cherish thy hastened widowhood with the gold
Of matrimonial treason;—so farewell.

DALILA.

960

I see thou art implacable, more deaf
To prayers than winds and seas; yet winds to seas
Are reconciled at length, and sea to shore :
Thy anger, unappeasable, still rages,
Eternal tempest never to be calmed.
Why do I humble thus myself, and, suing
For peace, reap nothing but repulse and hate,

[ocr errors]

ελεύθερο εστίν, ουδ' αμείψαιμ' άν ποτε.

ΔΗΛΙΛΗ. άρ' ούν προσέλθω, της τε σης χειρός θίγω; 990

ΣΑΜΨΩΝ. μη δή: κελεύω πρός σε της ζωής τόδε: μη των παλαιών oύνεκ' άμπλακημάτων αίψ' εξεγερθώ, σον σπαραχθήναι δέμας μεληδόν αύτως· σοι τάδ' αινέσαι χρεών: πρόσω μενούση γ ουκ άν εγκαλούμ' έτι κλαίειν σε δεί ψεύσασαν, ων τέδρας τότε κάρτευσεβήσασ', ώστε και κλειναΐς ένι γυναιξί ταϊς πριν και φιλάνδροισιν πρέπειν. χαίρουσ' άν, ο "λαβες γε τη μισθαρνία, αυτή ταχύνασ' ενιν ευφράναις βίον.

ΔΗΛΙΛΗ. ορώ σ' αμείλιχόν τε κάπροσήγορος λιταϊσιν, ολά τ' ουδε προς πόντου σάλον τα πνεύμαθ', oισιν, ως παρoίχεται χρόνος, είσ', ως προς ακτήν είσ' αλός, ξυναλλαγαί σοι δυσπροσοίστω μαίνεται θυμός βία, χειμώνος ως άπαυστον αιανούς μένος. ή γαρ ματαίας ικεσίας αντεσχόμην

[ocr errors]

970

Bid go with evil omen, and the brand
Of infamy upon my name denounced ?
To mix with thy concernments I desist
Henceforth, nor too much disapprove my own.
Fame, if not double-faced, is double-mouthed,
And with contrary blast proclaims most deeds;
On both his wings, one black, the other white,
Bears greatest names in his wild aery flight.
My name perhaps among the circumcised,
In Dan, in Judah, and the bordering tribes,
To all posterity may stand defamed,
With malediction mentioned, and the blot
Of falsehood most unconjugal traduced.
But in my country, where I most desire,
In Ecron, Gaza, Asdod, and in Gath,
I shall be named among the famousęst
Of women, sung at solemn festivals,
Living and dead recorded, who, to save
Her country from a fierce destroyer, chose
Above the faith of wedlock-bands, my tomb

980

[ocr errors]

ύβριν λαχούσαν και στύγος μ' απήλασας,
φάτιν δύσορνιν δυσκλεά τ' έστιγμένην.
αφετέον ούν σε τήν τε σην τύχην έμοί,
και δη περισσόν ων δέδρακ' αυτή ψόγον.
διχόστομος γαρ, εί γε μη διχως βλέπει,
τα πλείστ' εθώυξ' αντιπνούς κηρύγμασι
φήμη, πτερούς δισσοίσιν αιωρουμένη:
το τήδε λευκή, θάτερον μελάγχιμος,
και των μεγίστων ονόματεκφέρει δίχα
ως εικάσαι με, τοϊσι περιτετμημένους
τοϊς τήδε, κεί τις των Ιουδαίων όροις
έσταγχιτέρμων, η τάλαινα Δηλίλη
απευκτός έσται κάξάγιστος είσαεί,
χώς τους γάμους προδουσα διαβεβλημένη.
έν δ' οίσιν έσται ταυτά μοι μάλ' άσμένη,
τους αμφί Γάζην, έν τ' Έκρωναίων πέδω,
κατ' "Αστoδoν Γάθην τε, τιμία γυνή
σεμνώς εορτάζουσιν υμνηθήσομαι,
και ζώσα και θανούσα μη λήθης τυχεϊν,
ως αντ' έρωτος και γαμηλίου λέχους
πόλιν, σέθεν πορθoύντος αγρία χερι,
σώσασα, τυμβόχωστον ευοδμον γάνος

[ocr errors]
« ՆախորդըՇարունակել »