Page images
PDF
EPUB

ρυτήρ' εδέξαντ', αντιδόντες ουδενός τους δεσποταϊσιν, αιτίους μάλλόν τις αν ορθώς, το θ' εξής κείς τα νύν δούλους λέγοι. έδει με κραίνειν τακ Θεού προστάγματα, ουδ' άν τι τώνδ' ήμαρτον ουδ' εχθρών βία έπταισα δ' ώδ' αυτουργός» εν πρoύπτω τόδε. 1270 ταΐσδ' ουν ελεγχθείς μη παρεξελθεϊν τέχναις, τούτω φράσαι' αν πως αν άντείποις έτι, τυφλώ τε, μήτ' έχοντι γενναιόν τινα αγώνα τολμάν, άλλ' όμως τρίταις βοαίς προκαλουμένω σ' ές μονομάχων δήριν χερών: φλαυρ' εστί ταύτα, και μάλ' αυτελή ποιεϊν.

ΗΡΑΦΑΣ. σε ζημιωθένθ' ώστε και δούλον θανείν ουκ έσθ' οπλίτης δς μάχης αν άξιοί,

ΣΑΜΨΩΝ. ως ουν θεωρήσων με, και μακρώ λόγω οποιός είμι ψηφιών, υψήγορος

1280 ήλθες και πελάζειν δει σε, και σκεβρώς σκοπεϊν. όρα δε μή σε διά χερών αυτός σκοπώ.

ΗΡΑΦΑΣ. φεύ του πατρώου τήσδε της χώρας θεού.

K

Hear these dishonours, and not render death?

SAMSON.
No man withholds thee, nothing from thy hand
Fear I incurabie. Bring up thy van;
My heels are fettered, but my fist is free.

HARAPHA.

This insolence other kind of answer fits.

SAMSON.
Go, baffled coward ! lest I run upon thee,
Though in these chains, bulk without spirit vast,
And with one buffet lay thy structure low,
Or swing thee in the air, then dash thee down,
To the hazard of thy brains and shattered sides.

1 240

HARAPHA.
By Astaroth, ere long thou shalt lament
These braveries, in irons loaden on thee.

CHORUS.
His giantship is gone somewhat crest-fallen,
Stalking with less unconscionable strides,
And lower looks, but in a sultry chafe.

SAMSON.

I dread him not, nor all his giant brood,

1 290

πώς ώδ' ονειδίσαντά μ' ουκ ειωθότα ουκ αν δίκαιον αντιτισαίμην μόρον ;

ΣΑΜΨΩΝ. αλλ' ού τίς εσθ' ος δράν σ' απεννέπει τόδε. ουδ' άν άγης κράτιστά μ' εκφοβεϊν έχει, πόδας δεθέντα, τω δε χείρ' ελεύθερον.

“ΗΡΑΦΑΣ. έργοισι τοιάδ', ου λόγοισι, δεκτέον.

ΣΑΜΨΩΝ. έρρ' ούν άπρακτος, όγκος άψυχος μέγας, δείλαιε, μή σε και πέδαισι δέσμιος άπαξ πατάξας επιδραμών χαμαι βάλω, ή και στροβούμενόν τε και μετάρσιον πλευραϊσι καταράξας σε συνθραύσω κάρα.

ΗΡΑΦΑΣ. κλαίοις αν, εί κλύουσί μου θεοι, τάδ' οις εμπερπερεύει, δυσλύτοις χαλκεύμασι.

ΧΟΡΟΣ. ιδείν ταπεινός, μείοσίν θ' όρμαϊς ποδών, δεινόν χολωθείς, επτάπηχυς, οίχεται.

ΣΑΜΨΩΝ. ο δ' ουκ έμοιγ', ουδ' η γιγαντεία σπορά

Though fame divulged him father of five sons
All of gigantic size, Goliah chief.

1250

CHORUS.
He will directly to the lords, I fear,
And with malicious counsel stir them up
Some way or other yet further to afflict thee.

SAMSON.
He must allege some cause, and offered fight
Will not dare mention, lest a question rise
Whether he durst accept the offer or not ;
And that he durst not plain enough appeared.
Much more affliction than already felt
They cannot well impose, nor I sustain ;
If they intend advantage of my labours,
The work of many hands, which earns my keeping,
With no small profit daily to my owners.
But, come what will, my deadliest foe will prove
My speediest friend, by death to rid me hence ;
The worst that he can give, to me the best.
Yet so it may fall out, because their end
Is hate, not help to me, it may with mine
Draw their own ruin who attempt the deed.

1261 1300

[ocr errors]

δεινή πέφυκε, καίπερ έκτος αυτός ών,
ως δή φατίζουσ', εν δε πρωτεύων Γόλας.

ΧΟΡΟΣ.
δέδοικα μή προς κοιράνους φθάση μολών,
σε δή παραινέσων νιν αιμύλω λόγω
ποίω τρόπο δράσουσι και πλείω κακά,

ΣΑΜΨΩΝ. δεόν δέ νιν σκήψίν τιν' εξευρείν, μάχην ουκ άν τι σημήνευε την προκειμένην, ως τους ανιστορούσι μη φράζειν έχων πως έκβέβηκε, δηλος ών υπεκφυγών. μόλις δ' αν αυτοί των γε νύν πλείω πάθη επεισφέρoιεν, ουδ' άρ' άν τλαίην εγώ, μέλλων γε ταύτα διατελεϊν πονούμενος τα γ' αντί πολλών εργατών χειρουργίας τιμώμεν', ώστε της καθ' ημέραν τροφής τους δεσπότας μου πλέον απαύρασθαι πολύ. έγω δ', εκείνη ξυντυχών ος αν διδώ θάνατον τάχιστα, φίλτατον προσδέξομαι άριστά μου τάχθιστα σύμβαίη δε το τάχ' άν, κατ' άλλων μηχανωμένω δύας, αυτόν τυχεϊν ποθ' ών έπρασσαυτός κακών,

13ΙΟ

>

« ՆախորդըՇարունակել »