Page images
PDF
EPUB

αρ' ουχί δούλος, ουχί δοριάλωτος εί, μυλώνα και δημόσιον εκτρίβων κόπον; 1450 πως ου προσήλθες, τον πρίν αιδεσθείς λόγος; αλλ' ίσθι, μή γ' ελθόντος εν τάχει σέθεν, ημάς τοιωνδε μηχανών τεχνάσματα και δέσμαν εξευρόντας, ώστε και βία άγειν σε, καίπερ ως πέτραν πεπηγότα.

ΣΑΜΨΩΝ. έμοι μεν αγών ασμένω, σάφ' ειδότι πολλούς οδύρματεσόμεν', οι' εκβήσεται. αλλ', ου γαρ έλκηθμοίσιν αγρίου τρόπον θηρός σφε δει με περιάγειν πόλιν κάτα, τύχης ροπή κρατούντας, ουκ αρνήσομαι Ι46ο ημάς αμήχανον γάρ έστιν αντέχειν τους δεσπόταισι τους το πάν υπηκόους. πολλαι μέν είσιν έν βροτοίς περιστροφαί χαίρων δε πάς τις, χών βεβούλευται ποιείν το ζήν αν αντηλλάξατ'· εν δε το κλύειν των σων, επίστω μηδέν ενδώσοντά με, μήταισχρά, μήτ' εναντίΕβραίων νόμοις.

ΚΗΡΥΞ. τω δέσμο, άτορθόβουλος, εκδύου τάδε

By this compliance thou wilt win the lords
To favour, and perhaps to set thee free.

SAMSON.
Brethren, farewell, Your company along
I will not wish, lest it perhaps offend them
To see me girt with friends; and how the sight
Of me, as of a common enemy,
So dreaded once, may now exasperate them,
I know not. Lords are lordliest in their wine;
And the well-feasted priest then soonest fired
With zeal, if aught religion seem concerned :
No less the people, on their holy-days,
Impetuous, insolent, unquenchable.
Happen what may, of me expect to hear
Nothing dishonourable, impure, unworthy
Our God, our law, my nation, or myself;

1420

The last of me or no I cannot warrant.

CHORUS,

Go, and the Holy One
Of Israel be thy guide,

1470

συ ταυτα ταϊς αρχαϊσιν, ευνοίας τυχεϊν, ρέξαις αν, ή και τωνδε των πεδών λύσιν.

ΣΑΜΨΩΝ.
υμείς μεν ήδη χαίρετ' ού τι της οδού
έμου γ' εκόντος ξυμμετάσχοιτ' άν, φίλοι
εχθρούς αηδης ήδε μοι παρουσία
ίσως δ' άν, εισορώντες ον κοινόν πάλαι
εχθρόν σφιν ηγήσαντ', ακραχόλο μένει
ζέσειαν ευ γαρ οινοπλήγας έστι το
γνώναι τυράννους ως τυραννικώτατοι
ως και θυτηρες οι κορεσθέντες βοράς
μάλιστα δη σπεύδουσιν ων θεοίς μέλει
χώ δήμος, έργων των καθ' ημέραν λυθείς,
αχάλινος άσβεστός τε κασελγής άγαν.
όπου αν ουν τύχη ποτ', ουκ ακούσομαι
ουδέν τι δράσας ούτ' αεικές ουδαμώς,
ούτ' αυ Θεού τε του τε πατρώου νόμου,
αλλ' ουδ' έμαυτού του γένους τ', ανάξιον
άδηλος, είτε τάσχατ', είτε μη, λαχών,

ΧΟΡΟΣ.
τήνδε κέλευθον σοι 'ξερχομένω,
Δαίμων Πάτριος ηγεμονεύοι,

1480

[ocr errors]

To'what may serve his glory best, and spread his name
Great among the Heathen round;

1430
Send thee the Angel of thy birth, to stand
Fast by thy side, who from thy father's field
Rode up in flames, after his message told
Of thy conception, and be now a shield
Of fire; that Spirit, that first rushed on thee
In the camp of Dan,
Be efficacious in thee now at need.

1440

For never was from Heaven imparted
Measure of strength so great to mortal seed,
As in thy wondrous actions hath been seen.

But wherefore comes old Manoah in such haste
With youthful steps ? much livelier than ere while
He seems; supposing here to find his son,
Or of him bringing to us some glad news ?

MANOAH.

Peace with you, brethren. My inducement hither
Was not at present here to find my son,
By order of the lords new parted hence

τα μάλιστ' αυτού κύδος αέξεις
τοϊσι παροίκοις αμφιβόητον.

1490
και μήν άγγελος ός σε γενέθλιος
αμφιβέβηκεν, παρά νύν σταίη,

σάκος αμφιβαλων φλογοειδές,
σην ος γένεσιν πάλαι αγγείλας
σης πατρίας από γης επανήλθεν,

τέρας άμφαίνων πυριφεγγές.
καίριον έλθοι το ποθ' οπλοφόρω
πνεύμά σοι έμφυτον ως ουπώποτε
θνητών οπόσοι θεοποίητον
ρώμην έπρεπον, ήρίστευσαν

1500 θαύμασιν έργων

οιά σε δράσαντ' έσορώμεν. αλλά πώς; Μάνος γεραιός έρχεται σπουδή ποδών, παρά δε τον χρόνον γε τον πρίν κούρος ως αγάλλεται υιον, ως επεικάσαι γέ μ', ενθάδ' ελπίζων κιχεϊν, είτ' άρ' ούν ευάγγελος μάλ' ώσπερ είληχεν τύχης.

ΜΑΝΩΣ.
ευδαιμονοίητ', ώ φίλοι τον υιόν ουχ
ήκω, ματεύων, ός κελευσάντων έβη
των κοιράνων, ως παιγνίαν αυτούς πόροι

« ՆախորդըՇարունակել »