Page images



Which without help of eye might be assayed,
To heave, pull, draw or break, he still performed,
All with incredible, stupendous force,
None daring to appear antagonist.
At length for intermission sake they led him
Between the pillars ; he his guide requested
(For so from such as nearer stood we heard)
As over-tired to let him lean a while
With both his arms on those two massy pillars,
That to the arched roof gave main support.
He unsuspicious led him ; which when Samson
Felt in his arms, with head a while inclined,
And eyes fast fixed he stood, as one who prayed,
Or some great matter in his mind revolved.
At last with head erect thus cried aloud :
“Hitherto, Lords, what your commands imposed
I have performed, as reason was, obeying,
Not without wonder or delight beheld;
Now of my own accord such other trial
I mean to shew you of my strength, yet greater,
As with amaze shall strike all who behold.”
This uttered, straining all his nerves he bowed;


φέρων τ' αναρρηγνύς θ', όσ' όμμάτων άτερ έξεστι τολμάν: δεινά δ' ήν οράν πάνυ, ουδ' άνθάμιλλος ήν τις, ουδ' εναντίος. στήλαιν δέ νιν μεταξύ ταϊν διπλαϊν τέλος έθεσαν ελινύσοντα χώς ήδη καμών, (το δ' ήν ακούσαι των παραστάντων πάρα,) ήτησε τους άγοντας, ώστε κίονας δισσοίσι δισσους ξυλλαβείν βραχίοσιν, οι δη βεβαίων υποδοχείς στηριγμάτων όροφάς δόμων σώζουσι κοιλoγαστόρων 1700 οι δ' ουχ υποπτεύοντες ήγαγον τα δε μάρψας, κάρα τ' ένευσε πρίν τολμάν πλέω, τα τ' όμμαθ', ώς ίκτωρ τις, ή τιν' έν φρενός στρωφών βάθει δυσέκλυτ', έστηρίζετο. τέλος δ' αναβλέπων τε και λαμπρόν βοών τάδ' είπ' άνακτες, μέχρι τούδ' ειργασμένος τα μοι τεταγμέν', ως μάλ' εικός ήν, κυρώ. τα δ' άσμένους ήν, ουδ' άνευ θάμβους, ιδείν. νύν αυτόβουλος εννοώ τοιαύτα δη δείξαι τεκμήριο, είς υπερβολήν, σθένους, 1710 οι' αν τον είσορώντα καταπλήξαι φόβω. ως ούν ορεινά δυσπνόω σαλεύματα

[ocr errors]

As with the force of winds and waters pent
When mountains tremble, those two massy pillars

With horrible convulsion to and fro

He tugged, he shook, till down they came and drew
The whole roof after them, with burst of thunder, 1651
Upon the heads of all who sat beneath,
Lords, ladies, captains, counsellors, or priests,
Their choice nobility and flower, not only
Of this but each Philistian city round,
Met from all parts to solemnize this feast.
Samson, with these immixed, inevitably
Pulled down the same destruction on himself ;

The vulgar only scaped who stood without.


Oh, dearly-bought revenge, yet glorious !


Living or dying thou hast fulfilled

The work for which thou wast foretold

To Israel; and now liest victorious
Among thy slain self-killed,
Not willingly, but tangled in the fold


τυφώ τε κλεισθέντων τε χειμάρρων μένει,
αίνοϊσιν έλκηθμοίσι κιόνων βάθρα
έσεισεν ένθα κάνθα και διέσπασε»
τα δ' αίψα συνθλιβέντα καταπεσόντα τε
επί πάσιν αυτήν έγκατέσκηψεν στέγην
τοϊς ημένοισι, κουράνοις γυναιξί τε,
ταγούς θυηπόλοις τε και βουληφόροις,
όσοι παρήσαν των Φιλιστίνων πρόμοι"
ου γαρ πόλεως ξυνήλθον εκ ταύτης μόνον,
οι δ' αμφί ταύτην πάντοθεν, τους οις θεούς
ρέζοντες έννομ'· εν δε τη ξυνη φθορά
αυτό τον αυτόν ενέβαλεν Σάμψων μόρον.
ο δήμος, έξω τυγχάνων, έν ασφαλεί.

φεύ μάλα πολλού γ' αντιδοθείσας
ποινας πράξας, αλλ' έρικυδείς,
έργον τελέσας το προκηρυχθέν
τοίσιν Εβραίοις νύν δε τριακτηρ
εν τεθνεώσιν κείσαι τεθνεώς,
άκων μάλα δη, της γάρ ανάγκης
άρκυες ελλον στερροΐς πλέγμασιν
ης κατ' εφετμάς μόρον είληχας



[blocks in formation]
« ՆախորդըՇարունակել »