Page images
PDF
EPUB

150

καταπατούντος μεγασθενή περ, υπέροπλα σύχν' ως λέοντόρμενον

έτρεσ'Ασκαλωνίτας
χαλκεόνωτος έν μά-

χαις, πτήξας πόδα δεινόν,

έμπειρος πολεμιστής πήλης υψίλoφoν κόνει περιπεσών έμόλυνεν.

το δ' αύθις, ών πας πέρι τα νύν θρoεί, τους χιλίους εν Ραμαιληχίω φονεύσας, όνου λαβών σιαγόν, όστινoν ξίφος,

άωτον απέταμε χθονός βία δε πυκνάς ώχετ' αναφέρων πρόρριζον αυτούς πύλας μοχλούσι

σταθμοίσί τ' "Αζης, ές Έβρέαν έδραν γιγάντων, το δ' ού πάρεργον ήν, αλλ' ώς τιν' άστρα φασί βάρβαροι φέρειν. τίν' ούν κακών κάκιστά σου και

δεσμών πέπονθας πλέω, δεσμά δεσμών, αμαυρός αεί. κλησθείς αυτός εν αυτώ

κακών έξοχα πάσχει εισιν, οί γε δεδορκότες ψυχάς όμμα μάταιοι

[ocr errors]

160

Imprisoned now indeed,
In real darkness of the body, dwells,
Shut up from outward light,
To incorporate with gloomy night ;
For inward light, alas !
Puts forth no visual beam.
O mirror of our fickle state,
Since man on earth, unparalleled !
The rarer thy example stands,
By how much, from the top of wondrous glory,
Strongest of mortal men,
To lowest pitch of abject fortune thou art fallen :
For him I reckon not in high estate,
Whom long descent of birth,
Or the sphere of fortune, raises;
But thee whose strength, while virtue was her mate,
Might have subdued the earth,
Universally crowned with highest praises.

SAMSON.
I hear the sound of words; their sense the air
Dissolves unjointed ere it reach my ear.

CHORUS.
He speaks, let us draw nigh—Matchless in might,
The glory late of Israel, now the grief !

170

170

κλαίουσ' άφεγγές: συ δ' ούν ου μάταν, έργω δύαισιν αλααϊς σώματος βιασθείς: νύκτενδέδωκας, φεύ, διανταΐον κνέφας:

φρενών δε φώς ανόμματος: τοιαύτ' ιδείν έφυ τάνθρώπινα υπερβέβηκας δ' όσ' ήν τα πρόσθεν,

αφ' υψιπύργων δς εκπεσών εδρών τανύν εφάνθης επ' εσχάτοις τύχας, ρώμαν άριστος, οδος ουκ άλλος, το πρίν.

τιμάν εμού και αν ού λάβοι

γένος παλαιών κλυτος, ή τροπαίσιν τύχας προκόψας,

συ δ', όν δόξα περιστε

φης ανήγαγεν, ώ τ' άν έδωκεν ές, αρετα ξύνοικος, βροτών βασιλεύειν.

i 80

ΣΑΜΨΩΝ. ήκουσα φωνήν όν δ' εσήμανεν λόγον, άναρθρος ερρύηκε, πρίν γ' ώτων θιγείν.

ΧΟΡΟΣ. ημάς προσελθεϊν, τούδε βάζοντος, χρεών. φεύ, φεύ, κράτιστε, κύδος Εβραίοις πάλαι,

[ocr errors]

We come, thy friends and neighbours not unknown, 180
From Eshtaol and Zora's fruitful vale,
To visit or bewail thee: or, if better,
Counsel or consolation we may bring,
Salve to thy sores; apt words have power to swage
The tumours of a troubled mind,
And are as balm to festered wounds.

SAMSON.

190

Your coming, friends, revives me; for I learn
Now of my own experience, not by talk,
How counterfeit a coin they are who friends
Bear in their superscription,—of the most
I would be understood. In prosperous days
They swarm, but in adverse withdraw their head,
Not to be found though sought. Ye see, O friends,
How many evils have enclosed me round;
Yet that which was the worst now least afflicts me,

Blindness ; for had I sight, confused with shame,
How could I once look up, or heave the head?
Who, like a foolish pilot, have shipwrecked

νύν τούμπαλιν δακρυτός, ήκομεν σέθεν
φίλοι τ' απ' οικείων τε γείτονες τόπων,
Eσητάλου Ζώρας τε, παμφόρου πέδου,
σοι δηξιθύμων συστενάξοντες πόνων.
αλλ' εί τι τώνδε κρείσσόν εστι συμβαλείν
παρηγορούντας και παραινουντας, τότε
τύχους αν ημών, βουκολούμενος πάθη.
έστευεπεία παρακόπους κηλεϊν φρένας,
έλκη τις ως έθελξεν εξηγθηκότα.

190

ΣΑΜΨΩΝ.

ζωήν τιν', υμών μοι προσελθόντων, νέαν
ξύνοιδα, κιβδήλου δε παράσημον τύπου
κόμμ' έγχαραχθέν οίς τα πλείστείχον φίλοις.
ευπραξίαις συχνός τις, εν τροπαίς χρόνων
απώχετ', ουδ' εύροι τις αν μακρώ πόνο.
οράτε μ', οία πάντοθεν πάσχω κακά.
ο δ' ήν κάκιστον, τούδ' έτ' ουκ ώραν έχω,
της τυφλότητος και γάρ ει βλέπειν παρών,
πως αν δυναίμην όμμάτων ορθοστάδην
γλήνας επαίρειν, τήνδ' έταισχύνην έχων;
όστις, μάταιος ώς τις διακοστρόφος,

200

« ՆախորդըՇարունակել »