Page images
PDF
EPUB

460

σεμνώ θυηπολούντες υμνούσιν χορώ,
επεί σε, τον Σάμψωνα, τον πολυκτόνον,
τυφλόν τε δέσμιόν τε των εχθρών λόχοις
έγχειρίσας έδωκε, κάσωσεν πόλιν.
όνομα μεν ούν Δάγωνος εξαρθήσεται
Θεού δ' ακοινώνητον αισχυνει σέβας,
ταϊς χειροκμήτοις παραβαλών νιν είκόσιν,
οινοπλάνητος συρφετός θεοστυγής.
συ δ' αυ τοσούτων αίτιος γεγώς κακών,
σαυτόν μέγιστον ίσθι πημειργασμένος
ημάς τ' όνειδος, ων ποτ' άν τυχεϊν παρών.

ΣΑΜΨΩΝ.
πάτερ, ξυνήγορόν με τους λόγοις έχεις,
αυτόν πορόντα το Δάγωνα τιμίαν
δόξαν παρ' αστούς, έν τε γείτοσιν κλέος
έμου δ' έκατι λοιδορούμενοι Θεώ,
αυτοί ματαίων ψευδοκήρυκες θεών,
γελώσι" προς δε τοϊσδε παγκακώς κλύειν
και τους πολίτας, ώστε διαβαλείν Θεόν
τους και πάροιθε δειλία δεδμημένους,
αντ' ευσεβούντων δυσσεβούντας" οίς εγώ
αισχύνομαι μάλιστα, κάποδύρομαι,

470

E

460

Mine eye to harbour sleep, or thoughts to rest.
This only hope relieves me, that the strife
With me hath end; all the contest is now
'Twixt God and Dagon. Dagon hath presumed,
Me overthrown, to enter lists with God,
His deity comparing and preferring
Before the God of Abraham : He, be sure,
Will not connive or linger, thus provoked,
But will arise, and his great name assert.
Dagon must stoop, and shall ere long receive
Such a discomfit, as shall quite despoil him
Of all these boasted trophies won on me,
And with confusion blank his worshippers.

470

MANOAH. .

With cause this hope relieves thee, and these words
I as a prophecy receive, for God-
Nothing more certain—will not long defer
To vindicate the glory of his name
Against all competition, nor will long
Endure it doubtful whether God be Lord,
Or Dagon. But for thee what shall be done?

νύκτωρ άυπνος, φρενομανής καθ' ημέραν.
ουδ' έστιν ει μη τούτο θέλγητρον κακών,
έμ' εξαμιλληθέντα της μάχης, μόνoιν
Θεώ τε και Δάγωνα παραδεδωκέναι.
τω Πατρίω γάρ ανταγωνίστην Θεό
τλας ούτος, ως έμoυγε κειμένου σαφώς,
αυτόν παρασχεϊν, θειότητος εξόχων
ωρέξατάθλων τούτο δ' έμπεδον λέγω,
τον Δαίμον' ούτε χρόνιον ούτ' ώρας άτερ
δείξειν αναστάνθ' οιος υβρίσθη Θεός:
κείνω δ' υπεικτέον τε, χών αφήρπασε
πάντων τροπαίων γάνος αφαιρεθήσεται
φόβον δ' αμείψουσοί νιν ύμνησαν το πρίν.

480

ΜΑΝΩΣ.

αληθόμαντιν ελπίδ', ή σ' εκούφισεν,
ώ παι, δέδεγμαι, διά τάχους πεπεισμένος
ίδιον σέβας τηρούντι και κράτος Θεώ,
όστις ποτ' άν νύν άνθαμιλλάσθαι θέλη:
ουδ' άμφιλέκτους, ών Δάγων άνθάπτεται,
θρόνους έάσει" σου δ' υπερ τί δεί ποιείν
εν τω μεταξύ τώνδ', & προϋγνωκας, χρόνω;

490 480

Thou must not in the mean while, here forgot,
Lie in this miserable loathsome plight,
Neglected. I already have made way
To some Philistian lords, with whom to treat
About thy ransom: well they may by this
Have satisfied their utmost of revenge,
By pains and slaveries, worse than death, inflicted
On thee, who now no more canst do them harm.

SAMSON.

490

Spare that proposal, father, spare the trouble
Of that solicitation: let me here,
As I deserve, pay on my punishment;
And expiate, if possible, my crime,
Shameful garrulity. To have revealed
Secrets of men, the secrets of a friend,
How heinous had the fact been, how deserving
Contempt and scorn of all, to be excluded
All friendship, and avoided as a blab,
The mark of fool set on his front! But I
God's counsel have not kept, his holy secret
Presumptuously have published, impiously,
Weakly at least and shamefully—a sin

ου γάρ θέμις, λαθόντα και φίλων άτερ,
κείσθαι πινώδους εν δύαις άλγηδόνος.
προς ταύτ' έγωγε των Φιλιστίνων τισιν
ήδη ξυνήλθον, των λύτρων των σων πέρι
σπονδάς προτείνων" και γαρ ούν αυτούς πάλαι
δεί των απλώστων σων κορεσθήναι κακών,
του μηκέτάνθέξοντος, εν δεσμών πέδαις,
εχθρών εφορμαϊς.

ΣΑΜΨΩΝ.

μη σύ γ' εν τούτοις, πάτερ, κάμης: αχρείων δεί σ' αποσχέσθαι λιτών, 500 εμούγε τον δίκαιον αντλούντος πόνον, άσχήμονός μοι ζημίαν γλωσσαλγίας. και γάρ φίλου ποτ' ανδρός άτλητον δοκεί λόγους προδούναι τους παρηγγυημένους, των δ' ούνεκ' έκπίπτει τε και πάντων ύπο απαξιούται μη ουχ εταιρείας τυχεϊν και ταύτα δράσας, μωρίαν έστιγμένος, και φευκτος, αθυρόγλωσσος ώς, εν ανδράσι: Θεού δ' εγώ βούλευμα κάρρητον γέρας έρριψ' αναιδής, άθεος, ει δε μή, φρενών 510 εν ασθενεία, καταγέλαστος εν πόλει.

« ՆախորդըՇարունակել »