Page images
PDF
EPUB

56ο

ΧΟΡΟΣ. πολλούς μέν ήδη των αγακλειτών μάχαις οίνου πόθος δέδμηκε και τερπνών ποτών. σοι δ' ήν κρατήσαι τώνδε και γαρ ούποτε σκιρτώντ', ερυθρά θ', ήδύοσμα πώματα, βροτών θεών τε χάρμα γεύσασθαι γλυκιά, ψυχράς παρεξέτρεψέ σ' υαλίνης ροής.

ΣΑΜΨΩΝ. ει γάρ ποτ' όρθρίαισιν αντία βολαις πηγών λιβάς τις διαφανών απόρρεοι, αιθρηγενεϊ ξύνοικος ουρανού φλογί, δίψης αρωγόν καθαρών εμμίξας γάλα έπινον ου γάρ έφθόνουν δν αμπέλου σφοδρόν ταράσσοι και φρενοπληγές μέθυ.

ΧΟΡΟΣ. φεύ της ανοίας, ός γε την ρώμην τρέφων αινών ποτών εγεύσατ', ουδ' εφρόντισε Θεόν τον άκρον τόνδε, τον μεγασθενή θρέψαι μαχήτην, εύρoον πίνονθ' ύδωρ.

ΣΑΜΨΩΝ. αλλ', ως κρατούντων οίς ετερπόμην πλέον, τί

μοι το κέρδος τούδε σώφρονος τρόπου;

[ocr errors]

570 What boots it at one gate to make defence,

560 And at another to let in the foe, Effeminately vanquished ? by which means, Now blind, disheartened, shamed, dishonoured, quelled, To what can I be useful? wherein serve My nation, and the work from Heaven imposed, But to sit idle on the household hearth, A burdenous drone, to visitants a gaze, Or pitied object, these redundant locks Robustious, to no purpose clustering down, Vain monument of strength, till length of years 570 And sedentary numbness craze my limbs, To a contemptible old age obscure? Here rather let me drudge, and earn my bread; Till vermin, or the draff of servile food, Consume me, and oft-invocated death Hasten the welcome end of all my pains.

MANOAH.

Wilt thou then serve the Philistines with that gift
Which was expressly given thee to annoy them?
Better at home lie bed-rid, not only idle,
Inglorious, unemployed, with age outworn.

580 580

μιάς τί χρή τον εχθρόν είργαθεϊν πύλης,
ετέραν άφρουρον υπερορώντανάλκιδα ;
εξ ων τυφλός τε, λήματός τ' αθυμία
άτιμος άλλως, ουδέν αν πόλεως ύπερ
δράσαιμ', ανωφελούς δέ κηφηνος δίκην,
οίκοι τε θάσσων, των Θεού τεταγμένων
έργων λέλησμαι, τοϊσι παρατυχούσί μοι
ιδείν έλεινός» οισι δ' εύκομός ποτε
ίσχυον, ως μνημεία του πάλαι σθένους
μάτης κέχυνται βόστρυχοι: τέλος δε με,
μελών αμαυρώ λελυμένων απραξία,
μάρψει μάλ' αισχρόν τέρμαλύοντος βίου.
τοιγαρ πικράν πρέπει με κερδαίνειν τροφήν
ανελευθέρους πόνοισιν, έστ' άν ασμένω,
ευλαίς φθαρέντι και κακορρύπα βορά,
πάντων όσων πέπονθα λωφήσαι διδα
πολλαίσί μοι πίκλητος ευχαϊσιν μόρος.

ΜΑΝΩΣ.
αρ' ούν επ' άτη των Φιλιστίνων γέρας
λαβών, οφέλλων σφάς διαστρέψεις τόδε ;
ή μην λεχήρη μάλλον ερρίφθαι σ' έδει
αργόν παρηβήσαντ', ατίμητον Βροτοίς.

590

But God, who caused a fountain at thy prayer
From the dry ground to spring, thy thirst to allay

After the brunt of battle, can as easy

Cause light again within thy eyes to spring,
Wherewith to serve him better than thou hast.
And I persuade me so; why else this strength
Miraculous yet remaining in those locks ?
His might continues in thee not for nought,
Nor shall his wondrous gifts be frustrate thus.

590

[ocr errors]

SAMSON.
All otherwise to me my thoughts portend;
That these dark orbs no more shall treat with light,
Nor the other light of life continue long,
But yield to double darkness nigh at hand :
So much I feel my genial spirits droop,
My hopes all flat, Nature within me seems
In all her functions weary of herself;
My race of glory run, and race of shame,
And I shall shortly be with them that rest.

MANOAH.
Believe not these suggestions, which proceed

[ocr errors]

Θεός δ', ο κρήνην έκ χθονός ξηράς το πρίν φλύσαι κελεύσας, εκ μάχης κεκμηκότος σου προσκαλούντος, τήν τε σην δίψαν σβέσας, άψορρον αυθις σοισιν οφθαλμοίς το φως τάχ αν πορίζοι, την γε σην λειτουργίας έχειν αμείνω του παρελθόντος χρόνου ουδ' έστ' έμοιγε τοϊσδε μή πεποιθέναι. τί γαρ τόδ' εν κόμαισι τερατώδες σθένος έτ' έστιν, ει μη της Θεου βουλής χάριν ; 600 αυτού το δώρον, ου μάτην ειργασμένου.

ΣΑΜΨΩΝ. ή κάρτα τούτοις άπερ εγώ μαντεύομαι έναντιούται νυκτί δή τώνδ' όμμάτων άσπονδον είναι φώς, τό τε ψυχής σέλας διπλώ τάχος βραχύβιον εκλείψειν σκότω: τόσην ανίαν ώδ' άθυμος ήσθόμην δύσελπις, ή φύσις τε, των φρενών τροφος, έδoξ' άπειπείν ες το πάν άδ' ήνυσα κύδει προκόπτων, είτ' επ' αισχύνην πεσων, προς τέρμ' άφιγμέν', εν βραχεί κιχήσομαι βιο τους έκ παλαιών ησυχάζοντας πόνων,

ΜΑΝΩΣ. συ δ' ουκ αν όρθώς τώνδε γ' έννοιαν τρέφους,

« ՆախորդըՇարունակել »