Page images


From anguish of the mind and humours black,
That mingle with thy fancy. I, however,
Must not omit a father's timely care
To prosecute the means of thy deliverance,
By ransom or how else. Mean while be calm,
And healing words from these thy friends admit.



Oh! that torment should not be confined
To the body's wounds and sores,
With maladies innumerable,
In heart, head, breast, and reins;
But must secret passage find
To the inmost mind,
There exercise all his fierce accidents,
And on her purest spirits prey,
As on entrails, joints, and limbs,
With answerable pains, but more intense,
Though void of corporal sense.

My griefs not only pain me
As a lingering disease,

την δηξιθύμων εκπεφυκυίαν παθών
μελαγχόλων τε της φρενός φαντασμάτων
έμοι δε δεί, λύτροισιν είτ' άλλο τρόπο,
ελευθερούν σε, καιρίαν σπουδήν πατρί
τα μέν παρόντα στέρξoν ευκήλω φρενί,
δέχoυ δε μύθους των φίλων θελκτηρίους.



φεύ, φεύ,
τάδε μη 'ν κραδίαις και
στήθεσι και κεφαλαίς μόναις πεσόντα

ανάριθμα μελών άχη,
ψυχάς βάθος άγνωστον
κρυφαίαις εισόδους

όσ' ένεστιν καθαρώτατα
στρεβλούνταινοτάταις δύαις,

ως κατ' άρθρα και έντερα,
αλγίω δ' έτι καρτερείν,
εί και σώματος έξεδρα.

ουδ' οδύναις μόνον
ως χρονίας νόσου δέδηγμαι:



But, finding no redress, ferment and rage;

Nor less than wounds immedicable


Rankle, and fester, and gangrene,

To black mortification.

Thoughts, my tormentors, armed with deadly stings,

[blocks in formation]

I was His nursling once, and choice delight,

His destined from the womb,


εξανθούντα πυώδεσι φλυκταίνεις πυρετού, ζέσαντ'

ανίατα σέσηπεν έλκη

σφακέλω κελαίνω α δε καλχαίνω, σίνος εν ψυχά μέγα κεντρομανές, το μάλιστ' αυτάς ευαίσθητον δεινά διασπά,

και καταμύσσει φρένας οιστρογόνους,

καύματεγείρανθ', οίς αν επωδας ου πάρεχοι ποτόν ειμενές, ού φυτά

κηλητήρια, βουνών τ' αύραι χιονωδών. ύπνος βλεφάρων φρούδος απέστη, και νηπενθές θανάτου δώρον

μόνον αυταρκες

παπαι, παπαι, κάρτα δύσελπις και φρέν' άθυμών επτοιήθην θεομισης,

ος ή το πάλαι του Σεμνού, οιά τις ευφιλόπαις έθρεψε τέκνον,


[blocks in formation]

But now hath cast me off, as never known,

And to those cruel enemies,

Whom I by his appointment had provoked,

Left me all helpless, with the irreparable loss

Of sight, reserved alive to be repeated

The subject of their cruelty or scorn.

Nor am I in the list of them that hope;

Hopeless are all my evils, all remediless.

This one prayer yet remains, might I be heard,

No long petition, speedy death,


The close of all my miseries, and the balm.

« ՆախորդըՇարունակել »