Page images
PDF
EPUB

660

ωσει τηλύγετος γεγώς,
δις θεόθεν κηρυχθέντ'
άνων μαντεύματα.

υφ' ου προη-
-γητού, φρενός εγκρατής,

ήβας ές τέλος ακόμαν,
θνατου το έργον υπερδραμών

ηρίστευσ' επί βαρβάρους.
απερριμμένον αυ τα νύν

έχθoδoπόν τ' εα,
αυτός έμος μάχαν κελεύσε,

ζωγρηθέντ', αλαόν τ' ιδείν,

ων ουκ άν τις άκος φέρου, σκοπόν τοϊσδ' ύβρεώς τε κάπασ

-συτέρων όνειδών. ουδ' ες εκείνους έστι τελεϊν μοι, τους ευέλπιδας, ου γαρ έτ' ελπίδες, ούτις ανιών, φεύ, θεραπεία, πλην τόδε δώρον Θεού πάρα μέτριον, ως δε τόδ' ώφελον ευχαϊσι λαβείν,

τέρμ' οδύναισιν, θάνατος, μηχαρ ταχύπομπον.

670

CHORUS.

Many are the sayings of the wise,
In ancient and in modern books inrolled,
Extolling patience as the truest fortitude;
And to the bearing well of all calamities,
All chances incident to man's frail life,
Consolatories writ
With studied argument, and much persuasion sought,
Lenient of grief and anxious thought.
But with the afflicted in his pangs their sound 660
Little prevails, or rather seems a tune
Harsh, and of dissonant mood from his complaint ;
Unless he feel within
Some source of consolation from above,
Secret refreshings, that repair his strength,
And fainting spirits uphold.

God of our fathers, what is man?
That thou toward him with hand so various
Or might I say contrarious ? —
Temperest thy providence through his short course; 670
Not evenly, as, thou rulest
The angelic orders and inferior creatures mute,

ΧΟΡΟΣ.

ή μάλα πολλά σοφαΐς ένα κείμενα ρήματα βίβλοις,

νύν έν τε τω πάλαι χρόνω, άθλον αριστείας τους τλασιπόνoισιν έδωκεν

εστίν δ' όσα δεινά βροτοίσιν, όσσάμενηνόν έχει μερόπων γένος

680 εξαντλεϊν, επί τοϊσδε γεγραμμέναι

εισίν επωδαι, σαίνοντ' ευθετ' έπη, όλοών θέλγητρα μεριμνών. δυστάνω δ', αλύρου τρόπον αρμονίας παραμούσου,

μάταιος οίχεται ψόφος εκ τούτων ο δ' έναυλον έχων θεόθεν μείλικτρον,

κρυπταν αρετάς τιν' αφορμαν και παλίνoρσον ενήκε φρεσίν μένος. ή, Πατρώϊε, ποικιλοβούλου κάξυμβλήτου

690 χειρός έπήσθετο σας γένος ανθρώπων ταχύποτμον

ουχ ομαλόν, ως μακάρων χορού
ή νηπίων, άναξ, βοτών αλόγων, μέδεις

ουδέ λέγοιμ' αν
τόνδ' αδιάκριτον όχλον αλητών

Irrational and brute.

Nor do I name of men the common rout,
That, wandering loose about,
Grow up and perish, as the summer fly,
Heads without name, no more remembered ;
But such as thou hast solemnly elected,
With gifts and graces eminently adorned,
To some great work, thy glory,

680
And people's safety, which in part they effect.
Yet toward these thus dignified thou oft,
Amidst their highth of noon,
Changest thy countenance and thy hand, with no regard
Of highest favours past
From thee on them, or them to thee of service.

Nor only dost degrade them, or remit To life obscured, which were a fair dismission ; But throwest them lower than thou didst exalt them high, Unseemly falls in human eye,

690 Too grievous for the trespass or omission. Oft leavest them to the hostile sword Of heathen and profane, their carcasses To dogs and fowls a prey, or else captived,

700

μυιών τρόπον ολλυμένων θερoεσσών,

ανωνύμους
αργών κεφαλάς αμνάστους

ούκ, αλλ' οίoυσπερ
αρετάς άτε δώρον έχοντας,
δείξας μεγάλους αυτός επέργοις,

των σων χάριν σέθεν τε έν τε τοϊσδ' ημιτελέστους συχνά μεταλλαγα μεσαμερίου φάους

κάββαλες, ουδ' ών αυτός έδωκας καυτός απηύρω εστίν μελέδημά σοι, ουδ' έριτίμων.

τους δ' ου μόνον πότμω κολάσας επιεικεί

παθεϊν αφήκας, πλέον ή κατά τον πάλαι όλβον, ών θ' ήμαρτον, εν οίσίν τ' ήμπλακον,

αίσχιστ' ιδείν πεσόντας:

ή βιαίω πολέμω, πτανούς τε κύρμα και κυσίν, εχθροίσι βαρβάροισι και βεβήλοις, ή σώματαιχμάλωταπορρίψας έας,

710

« ՆախորդըՇարունակել »