Page images
PDF
EPUB

870

σκήψιν προτείνεις, ουδ' έγωγή αρνήσομαι,
το μη σθένειν γε τοϊσι δελεάζουσί σε
χρύσω Φιλιστίνoισιν αντέχειν τότε
οις εί τιν' ήν φεύγοντα νικήσαι λόγοις,
τίς δήποθ' ιερόσυλος ή πατροκτόνος,
προδότης τίς, αινόλεκτρος ή μιαίφονος,
επί τοισίδ' ουκ άμεμπτος και ασθενεί γε πώς
ός αν πονηρός ή σε δ' ούποτ' αν Θεός
ή θνητός απολύσειε τοιούτων χάριν.
αλλ' ουδ' έρωτος τούτ' έδρας ήσσημένη,
οιστρηλατουμένη δε λαγνείας μένει.
έρωτέρως γαρ ανταμοιβών άρνυται,
ου γ' ούτιν' ελπίδ' είχες, η σαυτης κάτα
τείνασα δυσκάθαρτον εξ εμού στύγος
προς σου γαρ ήδη δεινόν ηπατημένος.
αυτή μέν ήλως ή θέλουσ' υπεκφυγείν,
αίσχει ματαίω προσβαλούσαίσχος πάνω

ΔΗΛΙΛΗ.
έπει συ, καίπερ σαυτόν αιτιώμενος,
γυναιξίν ανδράσιν τ' απεννέπεις τάδε,
φαίην άν οίας εμβολάς τε και δόλων
τέχνας περιβληθείσα, πολιορκουμένων

880

Which might have awed the best resolved of men,
The constantest, to have yielded without blame.
It was not gold, as to my charge thou layest,
That wrought with me. Thou knowest the magistrates
And princes of my country came in person, 851
Solicited, commanded, threatened, urged,
Adjured by all the bonds of civil duty
And of religion ; pressed how just it was,
How honourable, how glorious, to entrap
A common enemy, who had destroyed
Such numbers of our nation; and the priest
Was not behind, but ever at my ear,
Preaching how meritorious with the gods
It would be to ensnare an irreligious

860
Dishonourer of Dagon. What had I
To oppose against such powerful arguments ?
Only my love of thee held long debate,
And combated in silence all these reasons
With hard contest. At length that grounded maxim,
So rife and celebrated in the mouths
Of wisest men, that to the public good
Private respects must yield, with grave authority
Took full possession of me and prevailed;
Virtue, as I thought, truth, duty, so enjoining.

870

δίκην, απείπον, οισιν αυθάδης μάλα ενέδωκεν άν τις, αψεγώς φοβούμενος χρύσου γαρ ουκ ήν έργον, ώς με διέβαλες τους δ' εν τέλει κάτοισθα, πρωτάρχους πόλεως, αυτούς μ' απειλαϊς εντολαις τε και λιταίς 890 επικαλέσαντας, προς νόμου τε δημίου του τ' εκ θεών σθένοντος, ως μάλ' ευπρεπώς πεσούτο, καλλίσταισιν άγρευτός πάγαις, και των πολιτών μυρίους αποκτανών. ουδ' υστερεϊν έδοξαν οι τους θεούς πέρι, θρυλoύντες ως εύνοιαν έκ γε δαιμόνων κτήσοιτο πάς τις ξυλλαβών τον δυσσεβώς Δάγωνατιμάσαντα: τοιούτοις μεν ουν τίς ή λογισμούς ανταγωνιστής εγώ; έρως υπέρ σου χρόνιος αντιστας μόνος 900 στερρόν σιωπών άθλον αθλεύειν έτλη. τέλος, το περιβόητον έκ σοφωτάτων κηρυχθέν ανδρών ρήμα και παλαίφατον, ΚΡΑΤΕΙΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, των φρενών εδέσποσεν: αιδώς γαρ ήν, και πίστις, ως δοκεϊν γ' εμοί, αρετή τε σεμνότιμος, οίς ήπειγόμην.

SAMSON.

I thought where all thy circling wiles would end ;
In feigned religion, smooth hypocrisy.
But had thy love, still odiously pretended,
Been, as it ought, sincere, it would have taught thee
Far other reasonings, brought forth other deeds.
I, before all the daughters of my tribe

And of my nation, chose thee from among

My enemies, loved thee, as too well thou knewest,

880

Too well ; unbosomed all my secrets to thee,
Not out of levity, but overpowered
By thy request, who could deny thee nothing;
Yet now am judged an enemy. Why then
Didst thou at first receive me for thy husband,
Then, as since then, thy country's foe professed ?
Being once a wife, for me thou wast to leave

Parents and country; nor was I their subject,
Nor under their protection but my own,
Thou mine, not theirs. If aught against my life

ΣΑΜΨΩΝ. ή κάρτέλεξας προσδοκώντί μοι τάδε " θεών γάρ εύσχημόν τι και πλαστον σέβας έσθ', ου γ' έκυρσαν σών δόλων περιστροφαί. . ει δ' ον προτείνεις, ως έχρήν, ακήρατος 9ΙΟ έρως υπήρχε, τώνδε διαφέροντά σ' αν έδίδαξεν έργα και λόγοις ένουθέτει. σε δη προ πασών της έμής πάτρας κορών εμφυλίων τε, κάκ γένους εξειλόμην εχθρού πόθου γαρ, ώ κατειλόμην, σέθεν, άγαν κατέγνως την άγαν προθυμίαν, ώστ' εκκαλύψαι ταν φρεσίν κειμήλια, ουχ ως ανοίας ένοχος, άλλ' ήσσημένος σου λιπαρούσης, ή το παν υπεικτέον. νύν ταύτα δράσας εχθρός ών εφηυρέθην. 920 τί δή μ' έδέξω νυμφικαίς εύναις τότε, εχθρόν γε της σης νυν τε και πάλαι πάτρας; σε δ' εισάπαξ δάμαρτα, την πόλιν τ' έδει παρ' ουδεν, αντ' εμούγε, και γεννήτορας άγειν· εκείνων δ' ουκ έμοί κλύειν θέμις, σου γαρ φύλαξ και τούδε τάνδρός αυτός ή. προς ταύθ' ό σαιτών οίσιν αν μ' είη κτανείν

« ՆախորդըՇարունակել »