Page images


Bid go with evil omen, and the brand
Of infamy upon my name denounced ?
To mix with thy concernments I desist
Henceforth, nor too much disapprove my own.
Fame, if not double-faced, is double-mouthed,
And with contrary blast proclaims most deeds;
On both his wings, one black, the other white,
Bears greatest names in his wild aery flight.
My name perhaps among the circumcised,
In Dan, in Judah, and the bordering tribes,
To all posterity may stand defamed,
With malediction mentioned, and the blot
Of falsehood most unconjugal traduced.
But in my country, where I most desire,
In Ecron, Gaza, Asdod, and in Gath,
I shall be named among the famousest
Of women, sung at solemn festivals,
Living and dead recorded, who, to save
Her country from a fierce destroyer, chose
Above the faith of wedlock-bands, my tomb

[merged small][ocr errors]


ύβριν λαχούσαν και στύγος μ' απήλασας,
φάτιν δύσορνιν δυσκλεά τ' έστιγμένην.
αφετέον ούν σε τήν τε σην τύχην εμοί,
και δη περισσόν ων δέδρακαυτή ψόγον,
διχόστομος γαρ, εί γε μη διχως βλέπει,
τα πλείστ' εθώυξ' αντιπνούς κηρύγμασι
φήμη, πτερούς δισσοίσιν αιωρουμένης
το τήδε λευκή, θάτερον μελάγχιμος,
και των μεγίστων ονόματεκφέρει δίχα
ως εικάσαι με, τοϊσι περιτετμημένους
τοϊς τήδε, κεί τις των Ιουδαίων όροις
έσταγχιτέρμων, η τάλαινα Δηλίλη
απευκτός έσται κάξάγιστος είσαεί,
χώς τους γάμους προδούσα διαβεβλημένη.
έν δ' οισιν έσται ταυτά μοι μάλ' άσμένη,
τους αμφί Γάζην, έν τ' 'Εκρωναίων πέδω,
κατ' "Αστoδoν Γάθην τε, τιμία γυνή
σεμνώς εορτάζουσιν υμνηθήσομαι,
και ζώσα και θανούσα μη λήθης τυχεϊν,
ως αντ' έρωτος και γαμηλίου λέχους
πόλιν, σέθεν πορθoύντος αγρία χερι,
σώσασα, τυμβόχωστον ευοδμον γάνος



With odours visited and annual flowers;
Not less renowned than in mount Ephraim
Jael, who with inhospitable guile
Smote Sisera sleeping, through the temples nailed.
Nor shall I count it heinous to enjoy
The public marks of honour and reward
Conferred upon me, for the piety
Which to my country I was judged to have shewn.
At this whoever envies or repines,
I leave him to his lot, and like my own.

She is gone,-a manifest serpent by her sting,
Discovered in the end, till now concealed.

So let her go. God sent her to debase me,
And aggravate my folly, who committed
To such a viper his most sacred trust
Of secrecy, my safety and my life.

Yet beauty, though injurious, hath strange power,
After offence returning, to regain
Love once possessed, nor can be easily
Repulsed, without much inward passion felt,

[ocr errors]

άνθέων ετησίοισι καρπούσθαι φοραίς. 1030 ου γάρ τι μάλλον Ήφραημιτων χοροί κλήζουσΙάλην, την πάλαι κακόξενον ήλοις διανταίοισιν υπνώσσον κάρα το Σισέρα τρήσασαν, αθεμίστω δόλως ουδ' αίσχρ' έμοιγε τακ πόλεως ηγήσομαι, αλλ' αντίμισθα των πεπραγμένων γέρα, ως θεοσεβής τε και πάτρας ευεργέτις. της ης τύχης όναιθ', ός αν τούτων φθονού, ως αινεσάσης, οις συνεζεύχθην, εμού. I039

ΧΟΡΟΣ. αυτόδηλος ως δράκαινα, των μάλ' ευ κεκρυμμένων ές τα νύν κέντρων έκατι, φρούδος εκ δόμων γυνή.

ΣΑΜΨΩΝ. ουδ' εμούγ' άκοντός έστιν, όντιναικία τόση κάρτα μωρον όντελέγξων, τήνδ' επίηλεν Θεός, την έχιδναν, ή το κρυπτόν μοι παρηγγυημένον ρύσιον γέρας παρήκα, τον εμόν εκρίψας βίον.

ΧΟΡΟΣ. αλλ' όμως δεινόν σθένουσαν ίσμεν εύμορφον χάριν, δυσμενή τλάσαν κατελθεϊν, τόν τ' έρωτα τον πάλαι αναφέρειν, το δ' ούτις ανδρών ραδίως αν εκβάλοι"

[ocr errors]

And secret sting of amorous remorse.


Love-quarrels oft in pleasing concord end,
Not wedlock-treachery endangering life.



It is not virtue, wisdom, valour, wit,
Strength, comeliness of shape, or amplest merit,
That woman's love can win or long inherit;
But what it is, hard is to say,
Harder to hit,
(Which way soever men refer it)
Much like thy riddle, Samson, in one day
Or seven, though one should musing sit.

If any of these, or all, the Timnian bride
Had not so soon preferred
Thy paranymph, worthless to thee compared,
Successor in thy bed,
Nor both so loosely disallied
Their nuptials, nor this last so treacherously


« ՆախորդըՇարունակել »