Page images
PDF
EPUB

είληχ' επεί βάναυσον, ουδ' εν ανδράσι 430 πρέποντα, δυσκλεά τε, τον το πρίν χρόνον σαφώς ξύνοιδ' άτιμος εκτρίψας βίον, και σφόδρα δούλος και πλέον του νυν τυφλός γένος γάρ ήτίμαζον, ουδ' έγνων τόδε.

ΜΑΝΩΣ. ώ τέκνον, ουδ' έμοιγ' επαινετός δοκεί, μάλλον δ' αηδής, σών γάμων προαίρεσις: συ δ', ως επ' εχθρούς θεόθεν, ει τλαίης τάδε, σχήσων αφορμήν, πρόφασιν έσκήψω λέχη: αλλ' ού, τόδ' είπών, έμαν έχoις ξυμμάρτυρα. τοσούτον οίδα καίρι' ήν αυτούς τάδε,

440 σοί γ' αιχμαλώτω γαυριάν αυτόν δε σε και θάσσον εκ των δυσγάμων ομιλιών, υπερβιασθέντ' ευθέτοις μαγεύμασι σιγήν προδούναι, σοι Θεού πιστον γέρας, εξόν φυλάσσειν' οι δε τήσδ' αμαρτίας πικρόν μάλ' εκπράσσουσι σ' ες τα νύν χρέος, πλέον γε του δέοντος αισχίω δ' έτι παραυτίκ' έσται, των Φιλιστίνων ύπο κοινήν εορτήν εν πόλει ποιουμένων. τω γαρ Δάγωνι, τήσδε της χώρας θεώ, 450

440

Thee, Samson, bound and blind into their hands,
Them out of thine, who slewest them many a slain.
So Dagon shall be magnified, and God,
Beside whom is no god, compared with idols,
Disglorified, blasphemed, and had in scorn,
By the idolatrous rout amidst their wine;
Which to have come to pass by means of thee,
Samson, of all thy sufferings think the heaviest,
Of all reproach the most with shame that ever
Could have hefallen thee and thy father's house.

SAMSON,

450

Father, I do acknowledge and confess
That I this honour, I this pomp have brought
To Dagon, and advanced his praises high
Among the Heathen round; to God have brought
Dishonour, obloquy, and oped the mouths
Of idolists and atheists; have brought scandal
To Israel, diffidence of God, and doubt
In feeble hearts, propense enough before
To waver, or fall off and join with idols ;
Which is my chief affliction, shame and sorrow,
The anguish of my soul, that suffers not

46ο

σεμνώ θυηπολούντες υμνούσιν χορώ,
έπει σε, τον Σάμψωνα, τον πολυκτόνον,
τυφλόν τε δέσμιόν τε των εχθρών λόχοις
εγχειρίσας έδωκε, κάσωσεν πόλιν.
όνομα μεν ούν Δάγωνος εξαρθήσεται:
Θεού δ' ακοινώνητον αισχυνει σέβας,
ταϊς χειροκμήτοις παραβαλών νιν είκόσιν,
οινοπλάνητος συρφετός θεοστυγής.
συ δ' αυ τοσούτων αίτιος γεγως κακών,
σαυτόν μέγιστον ίσθι πημειργασμένος
ημάς τ' όνειδος, ων ποτ' αν τυχεϊν παρών.

ΣΑΜΨΩΝ.
πάτερ, ξυνήγορόν με τους λόγοις έχεις,
αυτόν πορόντα το Δάγωνα τιμίαν
δόξαν παρ' αστούς, έν τε γείτοσιν κλέος
έμου δ' έκατι λοιδορούμενοι Θεώ,
αυτοί ματαίων ψευδοκήρυκες θεών,
γελώσι" προς δε τoίσδε παγκακώς κλύειν
και τους πολίτας, ώστε διαβαλείν Θεόν
τους και πάροιθε δειλία δεδμημένους,
αντευσεβούντων δυσσεβούντας" οίς εγώ
αισχύνομαι μάλιστα, κάποδύρομαι,

470

E

460

Mine eye to harbour sleep, or thoughts to rest.
This only hope relieves me, that the strife
With me hath end; all the contest is now
'Twixt God and Dagon. Dagon hath presumed,
Me overthrown, to enter lists with God,
His deity comparing and preferring
Before the God of Abraham : He, be sure,
Will not connive or linger, thus provoked,
But will arise, and his great name assert.
Dagon must stoop, and shall ere long receive
Such a discomfit, as shall quite despoil him
Of all these boasted trophies won on me,
And with confusion blank his worshippers.

470

MANOAH.

With cause this hope relieves thee, and these words
I as a prophecy receive, for God-
Nothing more certain-will not long defer
To vindicate the glory of his name
Against all competition, nor will long
Endure it doubtful whether God be Lord,
Or Dagon. But for thee what shall be done?

νύκτωρ άύπνος, φρενομανής καθ' ημέραν.
ουδ' έστιν ει μη τούτο θέλγητρον κακών,
έμ' εξαμιλληθέντα της μάχης, μόνoιν
Θεώ τε και Δάγωνα παραδεδωκέναι.
τω Πατρίω γαρ ανταγωνίστην Θεό
τλας ούτος, ως έμoυγε κειμένου σαφώς,
αυτόν παρασχεϊν, θειότητος εξόχων
ωρέξατάθλων τούτο δ' έμπεδον λέγω,
τον Δαίμον' ούτε χρόνιον ούτ' ώρας άτερ
δείξειν αναστάνθ' οδος υβρίσθη Θεός
κείνω δ' υπεικτέον τε, χών αφήρπασε
πάντων τροπαίων γάνος αφαιρεθήσεται
φόβον δ' αμείψουσοί νιν ύμνησαν το πρίν.

[merged small][ocr errors]

ΜΑΝΩΣ.

αληθόμαντιν ελπίδ', ή σ' εκούφισεν,
ώ παι, δέδεγμαι, διά τάχους πεπεισμένος
ίδιον σέβας τηρούντι και κράτος Θεώ,
όστις ποτ' άν νυν άνθαμιλλάσθαι θέλη:
ουδ' άμφιλέκτους, ών Δάγων άνθάπτεται,
θρόνους έάσει" σου δ' υπερ τι δεί ποιεϊν
εν τω μεταξύ τώνδ', α προγνωκας, χρόνω;

490

« ՆախորդըՇարունակել »