Page images
PDF
EPUB

540

όπου σε προστρόπαιον έξεσται πάλιν δεινόν λιταϊσιν αποκαθήρασθαι κότον.

ΣΑΜΨΩΝ. ξύμφημι καυτός, ώστε συγγνώμης τυχεϊν: ουχ, ώστ' ακερδές ζην" επεί νέος πάλαι πάντων προεϊχον σώματος ρώμη βροτών, θράσει το μεγαλόθυμος ηβώσης φρενός, γεγώς τ' αριστεύων τε πρόγνόντος Θεού, έδειξα κλεινών 'Ανακιδων υπέρτερα έργ', οίον ήρως, ενθέω ψυχής μένει ως γαρ θεός τις, ώς γ' εν ανθρώποις δοκεϊν, άφοβος εφοίτων, περιβόητος, ουδ' έτλη ουδείς μ' υβρίζων κερτομεϊν, έχθρός περ ών. αλλ' ευπροσώπου δολοφόνοις μαγεύμασιν έρωτος ηδονής τε περιπεσών πάγαις, τρυφή τ' αχρεία καρδίας τ' όγκο σφριγών, όσιόν τε κράτα και σθένους εχέγγυον έν της απίστου παλλακής κόλπους φόβην ρίψας, το πάν απώλεσ' εύμαλλον γάνος, οδος κτιλος τις τιθασος αποκεκαρμένος. δράσασα δ', εχθρούς αυτί, ήδ' έδωκέ με, γυμνόν τε και γελαστόν εξεωσμένον.

550

[ocr errors]

CHORUS
Desire of wine and all delicious drinks,
Which many a famous warrior overturns,
Thou couldest repress; nor did the dancing ruby,
Sparkling, out-poured, the flavour, or the smell,
Or taste, that cheers the hearts of gods and men,
Allure thee from the cool crystalline stream,

SAMSON.
Wherever fountain or fresh current flowed
Against the eastern ray, translucent, pure
With touch ethereal of Heaven's fiery rod,
I drank, from the clear milky juice allaying

550 Thirst, and refreshed; nor envied them the grape Whose heads that turbulent liquor fills with fumes.

CHORUS.
O madness! to think use of strongest wines
And strongest drinks our chief support of health ;
When God with these forbidden made choice to rear
His mighty champion, strong above compare,
Whose drink was only from the liquid brook.

SAMSON.
But what availed this temperance, not complete
Against another object more enticing ?

560

ΧΟΡΟΣ, πολλούς μεν ήδη των αγακλειτών μάχαις οίνου πόθος δέδμηκε και τερπνών ποτών. σοι δ' ήν κρατήσαι τώνδε και γάρ οποτε σκιρτώντ', ερυθρά θ', ήδύοσμα πώματα, βροτών θεών τε χάρμα γεύσασθαι γλυκιά, ψυχράς παρεξέτρεψέ σ' υαλίνης ροής.

ΣΑΜΨΩΝ. ει γάρ ποτ' όρθρίαισιν αντία βολαίς πηγών λιβάς τις διαφανών απόρρεοι, αιθρηγενεί ξύνοικος ουρανού φλογί, δίψης αρωγόν καθαρών εμμίξας γάλα έπινον ου γαρ έφθόνουν όν αμπέλου σφοδρόν ταράσσοι και φρενοπληγές μέθυ.

ΧΟΡΟΣ. φεύ της ανοίας, ός γε την ρώμην τρέφων αινών ποτών έγεύσατ', ουδ' εφρόντισε Θεόν τον άκρον τόνδε, τον μεγασθενή θρέψαι μαχήτην, εύρoον πίνονθ' ύδωρ.

ΣΑΜΨΩΝ. αλλ', ως κρατούντων οίς ετερπόμην πλέον, τί

pol το κέρδος τούδε σώφρονος τρόπους

570 560

What boots it at one gate to make defence,
And at another to let in the foe,
Effeminately vanquished ? by which means,
Now blind, disheartened, shamed, dishonoured, quelled,
To what can I be useful? wherein serve
My nation, and the work from Heaven imposed,
But to sit idle on the household hearth,
A burdenous drone, to visitants a gaze,
Or pitied object, these redundant locks
Robustious, to no purpose clustering down,
Vain monument of strength, till length of years 570
And sedentary numbness craze my limbs,
To a contemptible old age obscure?
Here rather let me drudge, and earn my bread;
Till vermin, or the draff of servile food,
Consume me, and oft-invocated death
Hasten the welcome end of all my pains.

MANOAH.

Wilt thou then serve the Philistines with that gift
Which was expressly given thee to annoy them?
Better at home lie bed-rid, not only idle,
Inglorious, unemployed, with age outworn.

580 580

μιάς τί χρή τον εχθρόν είργαθεϊν πύλης,
ετέραν άφρουρον υπερορώντανάλκιδα;
εξ ων τυφλός τε, λήματός τ' αθυμία
άτιμος άλλως, ουδέν αν πόλεως ύπερ
δράσαιμ', ανωφελούς δε κηφήνος δίκην,
οίκοι τε θάσσων, των Θεού τεταγμένων
έργων λέλησμαι, τοϊσι παρατυχούσί μοι
ιδείν έλεινός: οισι δ' εύκομός ποτε
ίσχυον, ως μνημεία του πάλαι σθένους
μάτης κέχυνται βόστρυχοι: τέλος δε με,
μελών αμαυρώ λελυμένων απραξία,
μάρψει μάλ' αισχρόν τέρμαλύοντος βίου.
τοιγάρ πικράν πρέπει με κερδαίνειν τροφήν
ανελευθέρους πόνοισιν, έστ' αν ασμένω,
ευλαίς φθαρέντι και κακορρύπω βορά,
πάντων όσων πέπονθα λωφήσαι διδά
πολλαίσί μοι πίκλητος ευχαϊσιν μόρος.

ΜΑΝΩΣ.
αρ' ούν επ' άτη των Φιλιστίνων γέρας
λαβών, οφέλλων σφάς διαστρέψεις τόδε ;
ή μην λεχήρη μάλλον ερρίφθαι σ' έδει
αργόν παρηβήσαντ', ατίμητον Βροτοίς.

590

« ՆախորդըՇարունակել »