Page images

But God, who caused a fountain at thy prayer
From the dry ground to spring, thy thirst to allay
After the brunt of battle, can as easy
Cause light again within thy eyes to spring,

Wherewith to serve him better than thou hast.

And I persuade me so; why else this strength
Miraculous yet remaining in those locks?
His might continues in thee not for nought,
Nor shall his wondrous gifts be frustrate thus.


All otherwise to me my thoughts portend;
That these dark orbs no more shall treat with light,
Nor the other light of life continue long,
But yield to double darkness nigh at hand :
So much I feel my genial spirits droop,
My hopes all flat, Nature within me seems
In all her functions weary of herself;
My race of glory run, and race of shame,
And I shall shortly be with them that rest.

Believe not these suggestions, which proceed

Θεός δ', ο κρήνην εκ χθονός ξηράς το πρίν φλύσαι κελεύσας, εκ μάχης κεκμηκότος σου προσκαλούντος, τήν τε σην δίψαν σβέσας, άψορρον αυθις σοισιν οφθαλμούς το φως τάχ' άν πορίζοι, τήν γε σην λειτουργίας έχειν αμείνω του παρελθόντος χρόνου ουδ' έστ' έμοιγε τοϊσδε μη πεποιθέναι. τί γάρ τόδ' εν κόμαισι τερατώδες σθένος έτ' έστιν, ει μη της Θεου βουλής χάριν ; 600 αυτου το δώρον, ου μάτην ειργασμένου.

ΣΑΜΨΩΝ. ή κάρτα τούτοις άπερ εγώ μαντεύομαι έναντιούται νυκτί δή τώνδ' όμμάτων άσπονδον είναι φώς, τό τε ψυχής σέλας διπλώ τάχος βραχύβιον εκλείψειν σκότω τόσην ανίαν ώδ' άθυμος ήσθόμην δύσελπις, ή φύσις τε, των φρενών τροφος, έδoξ' απειπείν ες το πάν άδ' ήνυσα κύδει προκόπτων, είτ' επ' αισχύνην πεσων, προς τέρμ' άφιγμέν', εν βραχεί κιχήσομαι 6ΙΟ τους έκ παλαιών ησυχάζοντας πόνων.

ΜΑΝΩΣ. συ δ' ουκ αν ορθώς τώνδε γ' έννοιαν τρέφους,


From anguish of the mind and humours black,
That mingle with thy fancy. I, however,
Must not omit a father's timely care
To prosecute the means of thy deliverance,
By ransom or how else. Mean while be calm,
And healing words from these thy friends admit.


Oh! that torment should not be confined


To the body's wounds and sores,
With maladies innumerable,
In heart, head, breast, and reins;
But must secret passage find
To the inmost mind,
There exercise all his fierce accidents,
And on her purest spirits prey,
As on entrails, joints, and limbs,
With answerable pains, but more intense,
Though void of corporal sense.

My griefs not only pain me
As a lingering disease,

την δηξιθύμων εκπεφυκυίαν παθών μελαγχόλων τε της φρενός φαντασμάτων εμοί δε δεί, λύτροισιν είτ' άλλο τρόπο, ελευθερούν σε, καιρίαν σπουδήν πατρί: τα μέν παρόντα στέρξoν ευκήλω φρενί, δέχoυ δε μύθους των φίλων θελκτηρίους.



φεύ, φεύ,
τάδε μη 'ν κραδίαις και
στήθεσι και κεφαλαίς μόναις πεσόντα

ανάριθμα μελών άχη,
ψυχάς βάθος άγνωστον
κρυφαίαις εισόδους

όσένεστιν καθαρώτατα
στρεβλούντ' αινοτάταις δύαις,

ως κατ' άρθρα και έντερα,
άλγίω δ' έτι καρτερείν,
εί και σώματος εξεδρα.

ουδ' οδύναις μόνον
ως χρονίας νόσου δέδηγμαι:



But, finding no redress, ferment and rage;

Nor less than wounds immedicable


Rankle, and fester, and gangrene,

To black mortification,

Thoughts, my tormentors, armed with deadly stings,

[blocks in formation]

I was His nursling once, and choice delight,

His destined from the womb,

« ՆախորդըՇարունակել »