Page images

We unawares run into danger's mouth.
This evil on the Philistines is fallen;

From whom could else a general cry be heard ?
The sufferers then will scarce molest us here;

From other hands we need not much to fear.

What if, his eyesight-for to Israel's God
Nothing is hard—by miracle restored,
He now be dealing dole among his foes,
And over heaps of slaughtered walk his way?


That were a joy presumptuous to be thought.


Yet God hath wrought things as incredible

For his people of old ; what hinders now ?


He can, I know, but doubt to think he will ;
Yet hope would fain subscribe, and tempts belief.
A little stay will bring some notice hither.


Of good or bad so great, of bad the sooner;


κίνδυνον αν λάθοιμεν είσπεσόντες άν.
έστιν τόδ', έστι, τοϊς Φιλιστίνoις κακόν,
ουδ' ήν απάλλων τόνδ' άν ωρυθμόν κλύειν.
ταύτη μεν ούν μένοντας ου βλάψουσί πως,
αυτοι κακώς έχοντες ουδ' άλλοι τινές.
ίσως μεν, ου γαρ έστι τον μέγαν Θεόν
ουδέν ποτ' εί γε μη μάλ' ευχερώς ποιεϊν,
των ομμάτων οι παρά φύσιν κατηγμένων,
εχθροίσιν αντίποινα κατά μέρος φέρει,
στείχων νενησμένοισιν εν νεκρούς μέσος.

ΜΑΝΩΣ. υπέρμετρον δε τούτο, και παρ' ελπίδα.

ΧΟΡΟΣ. Θεός δε τοιάδ' έσθ' ότείργασται πάλαι προς τον εαυτού γ', ουδ' ο κωλύσων πάρα.


ΜΑΝΩΣ. δηλος σθένων, άδηλος εί και βούλεται. όμως δε μ' ελπίς ώστε δέξασθαι τάδε σαίνει» μένουσι δ', άγγελος τάχ' αν μέλοι.

ΧΟΡΟΣ. φθάνει τα λύπρ', ως έν τόση γε συμφορά

For evil news rides post, while good news baits.
And to our wish I see one hither speeding ;
A Hebrew, as I guess, and of our tribe.



Oh, whither shall I run, or which way fly
The sight of this so horrid spectacle,
Which erst my eyes beheld, and yet behold?
For dire imagination still pursues me.
But providence or instinct of nature seems,
Or reason, though disturbed, and scarce consulted,
To have guided me aright, I know not how,
To thee first, reverend Manoah, and to these
My countrymen, whom here I knew remaining,
As at some distance from the place of horror,
So in the sad event too much concerned.



The accident was loud, and here before thee
With rueful cry, yet what it was we hear not.
No preface needs, thou seest we long to know.


It would burst forth, but I recover breath

χρόνια τα τερπνά, το δε κακόν ταχύπτερον. προσέρχεται δ' Εβραίος, εικάσαι γ' εμέ, ομόφυλος ημίν, καίριός τε, συντυχών.

ΑΓΓΕΛΟΣ. φεύ, φεύ, τίς άν μοι, που δραμόντι, καταφυγή γένοιτ' άν, ώστε μη τα τλημoνέστατα ιδείν, ιδών γάρ διατελώ λεύσσων έτι τα συντυχόντα, περιφόβω φαντάσματα; 16ιο αλλ', είτ' άρ' ήν το θείον, ή τα της φύσεως, είτ' αυ το φρόνιμοναλλά σύμβουλος μόγις τόδ' ήν ελέσθαι, κάρτα παράκοπον φρενώνουκ οίδ' όπως, δεύρ' ήλθον εύπλοίας τυχών, κιχεϊν σε πρώτον, τον μάλ' αιδοίον, Μάνως, και τους πολίτας, ενθάδ' ους ήπιστάμην μένοντας, ου μεν έμφόβων πέλας τόπων, άλλ' οίς υπέρφευ των πεπραγμένων μέλει.

ΜΑΝΩΣ. σε μεν κτύπο φθάσαντα και λυγρό στόνω ίσμεν τα συμβεβηκόθ', οία δ' έστιν, ού. 1620 μαθεϊν προθύμοις, ου τι φροιμίου σε δεί.

ΑΓΓΕΛΟΣ. ουδ' ήν στέγειν τάδ', αλλά μ' αμπνεύσαι χρεών

And sense distract, to know well what I utter

Tell us the sum, the circumstance defer.

Gaza yet stands, but all her sons are fallen,
All in a moment overwhelmed and fallen.



Sad; but thou knowest to Israelites not saddest
The desolation of a hostile city.


Feed on that first, there may in grief be surfeit.


Relate by whom.


By Samson.


That still lessens

The sorrow, and converts it nigh to joy.

Ah, Manoah, I refrain too suddenly
To utter what will come at last too soon;
Lest evil tidings, with too rude irruption
Hitting thy aged ear, should pierce too deep.

« ՆախորդըՇարունակել »