Page images
PDF
EPUB

230

ΣΑΜΨΩΝ. Τιμνίτις ήν μεν, ής το πρώτον ηράμην. η δ' ουκ έμελλε τούς έμοίσιν άνδάνειν τοκεύσιν, ως άσεπτος, αγνοούσι δη έν τοϊσδε μοιρόκραντον εκ Θεού νόμον. το δ' αυτός είδώς, των γάμων αντειχόμην. ορμαϊς φρενών γάρ εμφύτοις πεποιθ' αεί, και τους πολίταις ταύτα της σωτηρίας προοίμιο είναι, θεόθεν έργον αμφέπων: έψευσμένος δέ τήσδε, δευτέροις γάμους την εκ Σόρηκος, Δηλίλην, προσηγόμην, την ευπρόσωπον, θρέμμα μοι δολοπλόκον" ως ώφελον δε καίριος γνώναι τόδε έδοξα δ' ορθώς ανανεώσασθαι τα πριν πραχθέντ: αεί γάρ τούδ' έπειρώμην, όπως τους ημίν εχθρούς αντιδράν έχoιμι τι. ουχ ή γυνή μοι των κακών παναιτία, αυτός δ' εμαυτώ, βούν από γλώσσης βαλών. θήλεια κραυγή κατεπάλαισέ μ' εκνόμως.

240

ΧΟΡΟΣ.

ως αιέν εχθρός της πάτρας εχθρούς γεγώς,

Thou never wast remiss, I bear thee witness;
Yet Israël still serves with all his sons.

240

SAMSON. That fault I take not on me, but trans fer On Israel's governors, and heads of tribes; Who, seeing those great acts which God had done Singly by me against their conquerors, Acknowledged not, or not at all considered, Deliverance offered. I, on the other side, Used no ambition to commend my deeds; The deeds themselves, though mute, spoke loud the doer. But they persisted deaf, and would not seem To count them things worth notice; till at length 250 Their lords the Philistines, with gathered powers, Entered Judea seeking me, who then Safe to the rock of Etham was retired; Not flying, but forecasting in what place To set upon them, what advantaged best. Meanwhile the men of Judah, to prevent The harass of their land, beset me round, I willingly, on some conditions, came Into their hands, and they as gladly yielded me To the uncircumcised a welcome prey,

260 Bound with two cords ; but cords to me were threads

λαχών γε καιρού, κάμ' έχεις ξυμμάρτυρα πάντες δε διατελούμεν εν δεσμούς έτι.

ΣΑΜΨΩΝ.

τήνδ' ου ξύνοιδα την βλάβην ειργασμένος, αυτοι δε φύλαρχοί τε και δήμου πρόμοι, οι και μαθόντες του Θεού ρώμη σθένων 250 αυτουργός οιέδρασα τους εχθρούς πάλαι, δώρων απηρνήσαντο μη δούναι χάριν εμοί δε τάμα γ' ουχί κηρύσσειν έδει έργ', αυτά δ' ήν μοι μαρτύρων αντάξια οι δ', ως έμού σιγώντος, ήμέλουν αεί τέλος δ' άθροισθείσ' η Φιλιστίνων βία δεινώ διωγμώ την πάτραν εισέρχεται εγώ πέτρα πάρ' 'Ηθάμης έν ασφαλεί, ου δραπέτης ή, πολλά δ' ενθυμούμενος πως αν δυναίμην προς το δεξιώτατον

26ο εχθρούς επελθείν εν δε τώδε περιβαλείν τους ξυννόμοις με, γής άπειργαθεϊν φθοράν, έδoξ' · επί ρητοϊσι δ' ουκ άκων παρη: αυτοι δε βαρβάροισιν, ασπαστον γέρας, έδοσαν με δισσών δεδεμένον σπαρτων πλοκαίς:

Touched with the flame. On their whole host I flew,
Unarmed, and with a trivial weapon
Their choicest youth; they only lived who fled.
Had Judah that day joined, or one whole tribe,
They had by this possessed the towers of Gath,
And lorded over them whom now they serve.
But what more oft, in nations grown corrupt,
And by their vices brought to servitude,
Than to love bondage more than liberty ?

270
Bondage with ease than strenuous liberty;
And to despise, or envy, or suspect
Whom God hath of his special favour raised
As their deliverer? if he aught begin
How frequent to desert him, and at last
To heap ingratitude on worthiest deeds!

CHORUS.

Thy words to my remembrance bring
How Succoth and the fort of Penuël
Their great deliverer contemned
The matchless Gideon, in pursuit
Of Madian and her vanquished kings;
And how ingrateful Ephraim
Had dealt with Jephtha—who by argument,

280

270

τα δ' ημικαύτοις ήν έμοιγ' αντίρροπα
λίνοις, έπεσσύθην τε και γυμνός στρατό,
κάκτεινα, φλαύρου ξιφιδίου δεδραγμένος,
ηβώσαν ακμήν της πόλεως, μόνον δέ τις
φυγών εσώθη των δ' Ιουδαίων τότε
ξυνεσβαλόντων, είτε και φυλής μιάς,
έκτησάμεσθ' αν ους έχει πύργους Γάθη,
τούτων κρατούντες oισι νυν δουλεύομεν.
αλλ' οίς πρόσω βέβηκε του δήμου φθορά,
αυτοί γ' εαυτούς δουλίαν επεισφέρειν,
θησσαν δοκούσει πολλάκις ραθυμίαν
στερρου προτιμών των ελευθέρων πόνου:
Θεού δ' άριστα δώρα, τους αμύντορας,
φθονεϊν υποπτεύοντες, ή καταφρονείν.
ανθ' ών γάρ ευ δέδρακε τοιούτος, θαμα
μόνωσιν άντείληχε καχαριστίαν.

28ο

ΧΟΡΟΣ.

ταύτα σου κλύων Πενύελον Σούκοτον τ' έμνησάμην, ως έθεντ' ατημέλητον Γήδεον τον παμμέγαν, Μαδίων αυτοϊς άναξι προς φυγήν τετραμμένων: Ήφραημίται δ' Iέπτην, ών έρεξ' αμνήμονες

« ՆախորդըՇարունակել »