Page images
PDF
EPUB

330

χαιρέτω σοφίσματα, μή νυν ά λογισμός ορθώς

τωνδ' ύπερ καθίσταται το γούν επιεικές, εξά

γιστος ήδ' εν τω γαμεϊν ουχ, ύστερον δ', ών ου μετείχεν ανήρ.

αλλ', εισορώ γάρ τον γεραι-ον, δεύρο προστείχοντα, σεμνότιμον,

λευκότριχ ήδη, σε τον φύσαντα, Μάνων, ασφάλειαν ευ ποδών τηρούντα, νύν τούτον φρόνει

πως δεί σε δέχεσθαι.

ΣΑΜΨΩΝ. φεύ τήσδε φωνής: ως διανταλαν τάλας πληγήν πέπληγμαι, δευτέραν ούτασμένος.

340

ΜΑΝΩΣ. φίλοι Δάνητες, οια γούν δοκεϊν έμοι, καίπερ δυσαύλω ξυντυχόντες εν τόπω, εί του πριν ούνεχ', ως επεικάσαι, κλέους, δ θητικής ήμειψεν αικίας τα νύν, έμου γεραιών ύστερήσαντος βάσιν,

Your younger feet, while mine cast back with age
Came lagging after-say if he be here.

CHORUS.
As signal now in low dejected state,
As erst in highest, behold him where he lies.

MANOAH.

340

O miserable change! Is this the man ?
That invincible Samson, far renowned,
The dread of Israel's foes, who with a strength
Equivalent to Angels' walked their streets,
None offering fight; who single combatant
Duelled their armies ranked in proud array,
Himself an army, now unequal match
To save himself against a coward armed
At one spear's length. O ever-failing trust
In mortal strength! and O, what not in man
Deceivable and vain? Nay, what thing good
Prayed for, but often proves our woe, our bane ?
I prayed for children, and thought barrenness
In wedlock a reproach ; I gained a son,
And such a son as all men hailed me happy.

350

δεύρ' ήλθεθ' αδρών έν ποδωκεία μελών, τον υιόν είπατ' ει πάρεστιν ενθάδε,

ΧΟΡΟΣ. οίος μέν ήν, θαυμαστός, έν τύχης ακμή, τoιόσδε τη νύν έστ' ιδείν κακουχία.

35ο

ΜΑΝΩΣ. φεύ της έλεινής τουδ', ανικήτου το πρίν, φθοράς· όδ' ουν ο περιβόητος, δν πάλαι εχθροί παρ' αυτούς περιπολούντα πανταχού υπεξέφευγον ως θεούς ισόρροπον; σμερδνώ μόνος δ' άντείχεν ευτάκτη στρατώ, αντί στρατού γαρ αυτός ήν τούτον δε νύν και δειλός ελθών εν διαστάσει δορός κατεργάσαιτ' άν· ου γαρ ανθρώπων σθένει ουδείς πεποιθώς ίκετο σκοπόν ποτε πάντη γάρ έστι δολοπλόκου ψεύδους πλέα βρότεια πράγματ» έρχεται συχνόν κακά αυτών μάτην ών ηύξάμεσθ' επηβόλοις. εγώ μεν ήτουν τον Θεόν παίδων σποράν, άτεκνίαν γαρ ως όνειδος ώόμην" τυχών δ', έδοξα πάσιν όλβιώτατος"

36ο

360

Who would be now a father in my stead?
Oh, wherefore did God grant me my request,
And as a blessing with such pomp adorned ?
Why are his gifts desirable, to tempt
Our earnest prayers, then, given with solemn hand
As graces, draw a scorpion's tail behind ?
For this did the Angel twice descend ? for this
Ordained thy nurture holy? as of a plant
Select and sacred, glorious for a while,
The miracle of men; then in an hour
Ensnared, assaulted, overcome, led bound,
Thy foes' derision, captive, poor, and blind,
Into a dungeon thrust, to work with slaves.
Alas! methinks whom God hath chosen once
To worthiest deeds, if he through frailty err,
He should not so o'erwhelm, and as a thrall
Subject him to so foul indignities;
Be it but for honour's sake of former deeds.

370

SAMSON.

Appoint not heavenly disposition, father.
Nothing of all these evils hath befallen me

370

νύν τούδε τάνδρός τήνδε την παιδουργίας
εκών τίς άν ποτ' αντιδέξασθαι θέλου;
ως ώφελον δε μήποτεκ Θεού τόδε
δώροις αγαστον αφθόνους ειληφέναι
σπουδή μέν ώπασ', ων ενής οξύν πόθον
λαβόντα δ', οία σκορπίου κέντρον, δάκνει
τουδ' ούνεκ' ήξιώσαθ' άγγελος Θεού
και δις κατελθεϊν, εκκρίτους θ' οιον φυτούς
έθη καθιέρωσε σοι τα παιδικά,
όθεν τέθηλας ημίν εις βραχύν χρόνον
θαυμαστός ανδρών: είτα κάν βαια ροπή
δόλοισιν αιχμάλωτον, εχθροίσιν γέλων
οι κατεπάλαισαν σ', όμματ' έστερημένον
δούλόν τε, πάντων τ' απορία, θητων μέτα
πόνοις ταλαιπωρούντα, τοιουτόν σ' ορώ.
αλλ' όν η επ' άκροις εξέλεξέργοις Θεός,
εί και βρότειον έπαθεν, αικία τόση
πρόρριζoν ουκ έδει νιν αισχίστη πεσείν,
κλέους και έκατι των πάρος πεπραγμένων.

ΣΑΜΨΩΝ.
μη τάκ Θεού τυχόντα μέμψασθαι, πάτερ.
ούκ έστιν ουδέν ταισίδ' εν δύαις έμοι

38ο

« ՆախորդըՇարունակել »