Page images
PDF
EPUB

ΔΗΛΙΛΗ.

φεύ της ανοίας της τ' άγαν ευθαρσίας. έπταισ' έν οίσι και μάλιστ' ελπίς παρήν. είη δ' άρ', είη σης με συγγνώμης τυχεϊν κάρτ' αντίποινα, καιρόν ήν λάβω, κακών 950 φέρουμ' άν άλλων παρενόμουν ηγουμένων σε δ' ούν προσήκει τους άγαν κλαυθμούς εάν, στέργoντα τάχθος της δυσιάτου δύης. πόλλ' έστι καίπερ όμματ' έστερημένω θελκτήρι', οίς γ' αίσθησις εν λοιπούς πάρα, οίκοι σχολάζουσίν τε φροντίδων τ' άτερ αι τους βλέποντας τους καθ' ημέραν πόνους τρίβουσιν εκδημούντας" άσμένην μεν ούν τους τηδ' άνακτας έμε παραιτείσθαι χρεών, των δ' ουκ αθέλκτων τεύξομαι, σε τούδ' όπως 96ο έσται μ' υπεκσώσασαν εργαστηρίου του δυσφορήτου, ξύννομον τηρείν έμοί. τάνθένδε, της πριν έξοχον προθυμίας ζήλον παρασχοίμην αν εύφιλής τροφος, σε μηδε γηράσκοντα θυμηδούς χαράς δείσθαι, τα φρούδα δ' ως μάλιστα και αναλαβει εμoύ πoρoύσης, εξ εμού βεβλαμμένον.

Η

SAMSON.

No, no, of my condition take no care;
It fits not; thou and I long since are twain.
Nor think me so unwary or accursed,

930
To bring my feet again into the snare
Where once I have been caught: I know thy trains,
Though dearly to my cost; thy gins, and toils,
Thy fair enchanted cup, and warbling charms,
No more on me have power, their force is nulled ;
So much of adder's wisdom I have learned,
To fence my ear against thy sorceries.
If in my flower of youth and strength, when all men
Loved, honoured, feared me, thou alone couldst hate me,
Thy husband, slight me, sell me, and forego me, 940
How wouldst thou use me now, blind, and thereby
Deceivable, in most things as a child
Helpless, thence easily contemned and scorned,
And last neglected! How wouldst thou insult,
When I must live uxorious to thy will
In perfect thraldom! How again betray me,
Bearing my words and doings to the lords,
To gloss upon, and, censuring, frown or smile!
This jail I count the house of liberty

970

ΣΑΜΨΩΝ. μη της τύχης σοι της έμής μελησάτω. πάλαι διχοστατούσιν ου πρέπει τόδε. οικεία μοι, πολλού γάρ αντ' επριάμην την γνώσιν, οία δικτύων αγρεύματα, οίους ποτήρας, οδον ως Σειρήν μέλος εμηχανήσω" ταύτα δ' ήν ειχέν ποτε δύναμιν απώλεσ', ώς δε κωφίας, καλά σα προς μαγεύματ' ώτ' έφραξάμην σοφώς. ει δήτ' έτ' ακμάζοντα πρωθήβω σθένει, πάντων πόθω φόβω τε τιμαλφούμενον, μόνη πολιτών τόνδε τον σαυτής πόσιν στυγείν απορρίψαι τε και πωλεϊν έτλης, πως αν με τυφλωθέντα χειρώσαιο νύν, δόλoισι ληπτόν, κάπόρου βρέφους τρόπον γελωτοποιών και παραμελημένον ; ποίοισιν άν με σκώμμασίν τε και τέχναις τον πάγχυ δούλον, τον δάμαρτος ήσσονα, βάλους, όσή δράσαιμι, τους επιστάταις, ή και φράσας τύχοιμι, καταπρoδoύσ' αεί, γέλωτεγείρασ', ή ξυνωφρυωμένων χόλον; τα δεσμά τούς γε σους δόμους πάρα

98ο

To thine, whose doors my feet shall never enter.

950

DALILA.
Let me approach at least, to touch thy hand.

SAMSON.

Not for thy life, lest fierce remembrance wake
My sudden rage to tear thee joint by joint.
At distance I forgive thee, go with that;
Bewail thy falsehood, and the pious works
It hath brought forth to make thee memorable,
Among illustrious women, faithful wives.
Cherish thy hastened widowhood with the gold
Of matrimonial treason;—so farewell.

DALILA.

960

I see thou art implacable, more deaf
To prayers than winds and seas; yet winds to seas
Are reconciled at length, and sea to shore :
Thy anger, unappeasable, still rages,
Eternal tempest never to be calmed.
Why do I humble thus myself, and, suing
For peace, reap nothing but repulse and hate,

ελεύθερο εστίν, ουδ' αμείψαιμ' άν ποτε.

ΔΗΛΙΛΗ. αρ' ούν προσέλθω, της τε σης χειρός θίγω; 990

ΣΑΜΨΩΝ. μη δή: κελεύω πρός σε της ζωής τόδε: μη των παλαιών oύνεκ' αμπλακημάτων αίμ' εξεγερθώ, σον σπαραχθήναι δέμας μεληδόν αύτως· σοι τάδ' αινέσαι χρεών: πρόσω μενούση γ' ουκ άν εγκαλούμ' έτι κλαίειν σε δεί ψεύσασαν, ων τέδρας τότε κάρτευσεβήσασ', ώστε και κλειναΐς ένι γυναιξί ταϊς πριν και φιλάνδροισιν πρέπειν. χαίρουσ' άν, "λαβες γε τη μισθαρνία, αυτη ταχύνασ' εύνιν ευφράναις βίον.

ΔΗΛΙΛΗ. ορώ σ' αμείλιχόν τε κάπροσήγορος λιταϊσιν, οιά τ' ουδε προς πόντου σάλον τα πνεύμαθ', οίσιν, ως παρούχεται χρόνος, είσ', ως προς ακτήν είσ' αλός, ξυναλλαγαί σοι δυσπροσοίστω μαίνεται θυμός βία, χειμώνος ως άπαυστον αιανούς μένος. ή γαρ ματαίας ικεσίας αντεσχόμην

1000

« ՆախորդըՇարունակել »